shine

shine

12 Απρ 2011

“The future is always beginning now.” Cheers



Είναι κάτι βράδια σαν κι αυτό, που δεν περνούν με τίποτα
Που η ακατανίκητη ζάλη και η παραλυσία κάθε σημείου του σώματός σου κάνει το κεφάλι σου να ουρλιάζει, να ωρύεται
Το αισθάνεσαι, βιάζει κάθε σου μόριο, θέλει,απαιτεί να εκραγεί, να σπάσει τη σιωπή, να σκάσει σαν ένα θορυβώδες πυροτέχνημα -στον ουρανό? όχι βέβαια
Να τους αναγκάσει να το προσέξουν, να κοιτάξουν πέρα από όσα συμβατικά, αδιάφορα, ανούσια, οριακά κοιτάζουν -αλλά ποτέ δεν βλέπουν
Σε αναγκάζουν να σύρεις τα απομεινάρια σου πίσω στην πηχτή,αφιλόξενη σκιά ενός μέρους που ακόμα αποκαλείς σπίτι
Παίρνεις βαθιές ανάσες, πνίγεσαι -νομίζεις θα αντέξεις?κανείς δεν μπόρεσε
Το οξυγόνο τελείωσε, πέθανε, όπως πέθανε κι εκείνο το σκίρτημα στην καρδιά σου- ή σε ό,τι τελοσπάντων έχει απομείνει από αυτή
Τώρα ο αέρας σε πνίγει, σου καταβροχθίζει λαίμαργα τα σωθικά, δηλητηριάζει κάθε εκατοστό του κορμιού σου
Τώρα ζεις σε ένα χρυσό μουσικό κουτί, κουρδίζεσαι, τραγουδάς, στριφογυρίζεις, κλείνεις.
Ζεις σε ένα παράλογο θέατρο ατόφιας υποκρισίας και ουτοπικών,ονειρικών καταστάσεων, και όταν η μάσκα πέσει καταλήγεις γυμνός, παρατημένος απ'όλα, παραιτημένος απ τον ίδιο σου τον εαυτό
η ναρκωμένη ακοή σου ακόμα αντιλαμβάνεται ένα παράταιρο, απόκοσμο βουητό- χειροκροτήματα?
Σπάει- ή συνεχίζει?το ίδιο είναι- τη σιωπή
Μέσα σε μια ασπρόμαυρη πόλη που ποτέ δεν κοιμάται, που κυφοκοιτάει λοξά πίσω από τη στροφή
Που σε κρατάει κάτω απ' το νερό με τα δικά σου χέρια
Που παραμονεύει άγρυπνη, ακούραστη, περιμένει να σε φάει ζωντανό
Μάτια ανέκρφαστα, κενά, σφραγισμένα χείλη, ίδιο περπάτημα, ίδια φωνή, μυαλό, ιδέες- μα ποιές ιδέες?
όλους ίδιους σας κατάντησε- σας?μας ήθελα να πω
Στο όνομα της αποδοχής, της νωθρότητας, του φόβου, κάψαμε, καυτηριάσαμε το σεβασμό, την αγάπη, τον αυτοέλεγχο, την αξιοπρέπειά μας, εμάς, χωρίς δεύτερη σκέψη
Πού πήγαν οι φίλοι, τα τραγούδια, τα ξενύχτια, οι αγκαλιές?
Πού είναι η μαγεία που ένιωθες εκείνα τα ήσυχα, φεγγαρόλουστα βράδια με τον εαυτό σου?
Γιατί δεν τη νιώθεις τώρα κι ας συνήθισες στη μοναξιά?
Γιατί ακόμα κι αν το μόνο που σου έχει απομείνει είναι μια τσακισμένη περηφάνεια και ένα τσούρμο ματωμένα όνειρα, ακόμα θυμάσαι, εσύ μονάχα κι όχι αυτοί?- εσύ, ναι, αλλά για πόσο ακόμα?
Αυτή η πραγματικότητα δε χωράει ειλικρίνια, δε χωράει ιπτάμμενα, φτερωτά συναισθήματα
Σου δίνει ψευδαισθήσεις, φυτεύει εικόνες στο μυαλό σου και εσύ νομίζεις ότι ζεις
Ξυπνάς το πρωί και αναρωτιέσαι γιατί δεν είσαι νεκρός ακόμα
Γιατί δε μπορείς να βάλεις τέλος στο μαρτύριό σου, φοβάσαι, ανατριχιάζεις, συμβιβάζεσαι
Διστάζεις να εκφραστείς, αρνείσαι να αποφασίσεις, τρέμεις το αυστηρό βλέμμα, το ειρωνικό χαμόγελο, το δάχτυλο στραμμένο πάνω σου
Την έμαθες τη ζωή, τον έμαθες τον πόνο, κατάντησε ανεπαίσθητος, τον συνηθισες, σε συνήθισες
Ευκολότερα απ' τις υπόλοιπες εναλλακτικές σου, αδιαμφισβήτητα- πραγματικά αναγκάστηκες?
Βαδίζεις παγιδευμένος σε ξένο σώμα, σπασμωδικά πρώτα, τώρα σταθερά, με πυγμή- όχι τη δική σου πάντως
Κάπου κάπου χάνεσαι στους δρόμους με τα φωτεινά νέον σήματα
Αναρρωτιέσαι πόση απόρριψη, πόση ματαιοδοξία, πόσα τρύπια συναισθήματα σου χρεώνει άδικα το ανθρώπινο είδος
Περιπλανιέσαι, η κούραση- όλο και πιο αραιά τώρα τελευταία- σε κάνει να θυμάσαι ότι κάποτε είχες ζωντανές, ανέπαφες αισθήσεις
Μπορούσες να νιώσεις το νερό να γλιστράει μέσ' απ' τα χέρια σου, να ακούσεις την ευτυχία μέσα από ένα απρόσμενο γέλιο, να σπαταλήσεις ώρες κάνοντας αστείες ευχές σε πεφταστέρια, να μυρίσεις την άνοιξη καθώς κυλιέσαι με τα χέρια ανοιχτά σε ένα ολάνθιστο λιβάδι, να να να... -ξεθώριασαν
Αμφιταλαντεύεσαι πού και πού
Αναρωτιέσαι αν τελικά όλα αυτά ήταν ένα ντελικάτο αστείο, μια ψευδαίσθηση, ένα αριστούργημα όσης φαντασίας σου απέμεινε
Αλλά τώρα η πραγματικότητα είναι η παραίσθηση, οι χειρότεροι εφιάλτες σου, το σκοτεινό,γεμάτο αίματα υποσεινήδητό σου, χωρίς σημείο καμπής
Ακόμα επιμένεις να αναζητάς ένα μετέωρο γιατί-και δεν θα ξυπνήσεις

Αθήνα, 12 Απριλίου 2076


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου