shine

shine

10 Δεκ 2011

Don’t ask what the world needs. Ask what makes you come alive, and go do it. Because what the world needs is people who have come alive.


Έχω βαρεθεί τους ανθρώπους που ζουν σαν να υπάρχει πάντα αύριο, γιατί κάνουν λάθος. Γιατί έχουν μάθει να σκέφτονται με μια προοπτική ανυπόστατη, που μπορεί να ανατραπεί το επόμενο δευτερόλεπτο. Γιατί ποτέ δεν κάνουν αυτό που νιώθουν, δεν ξεστομίζουν αυτό που πιστεύουν, δε ζουνε για τη στιγμή, απλά τη ζούνε, και αυτή τους προσπερνά.
Με ρωτάνε “τι θα έκανες αν ήξερες ότι έχεις μια και τελευταία μέρα” κι αμέσως απεικονίζω στο μυαλό μου ό,τι με κάνει χαρούμενη και ευτυχισμένη, βόλτες, ταξίδια, ξενύχτια φίλους, συζητήσεις στην παραλία στο φως του φεγγαριού, χορούς, τραγούδια, έρωτες, όλα όσα ήθελα κάποτε να κάνω αλλά ποτέ δε βρήκα τη διάθεση και το κουράγιο και τα άφησα μετέωρα στο μέλλον, όλα τα μέρη που φανταζόμουν ότι θα γύριζα αλλά ποτέ δεν πρόλαβα, και η μια μέρα ποτέ δεν είναι αρκετή. Θα έκανα ό,τι ακριβώς ήθελα, ό,τι πραγματικά χρειαζόμουν, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Δεν την μπορω τη ρουτίνα, την απεχθάνομαι, σιχαίνομαι τη βεβαιότητα της στιγμής, δε θέλω να σκέφτομαι ότι η επόμενη μέρα θα είναι μια αναπαράσταση της προηγούμενης, ένας ρόλος σε μια παράσταση που υποκρίνομαι ότι ζω, αντί να εκμεταλλεύομαι στο έπακρο τη μαγεία του επόμενου δευτερολέπτου. Θέλω να φωνάξω στον εαυτό μου και σ' όλους τους ανθρώπους -στον κόσμο ολόκληρο- να φτιάξουν τη ζωή που θέλουν και να ζήσουν,να ζήσουν, αντί να μισοϋπάρχουν σε μια κατάσταση ασφαλή, συνηθισμένη και προβλέψιμη.
Και δε θέλω να ξέρω πόσες μέρες μου απομένουν για να χαρώ τη μέτρια ζωή μου, αλλά ξέρω ότι μπορώ να ζήσω τα δευτερόλεπτα της καθεμιάς λες και είναι τα τελευταία μου, να βγω εκεί έξω και να γελάσω δυνατά, να τραγουδήσω στους δρόμους, στα ηλιόλουστα σοκάκια, να προσπαθήσω δυνατότερα να γίνω αυτή που πάντα ήθελα, να κάνω αυτά στα οποία φοβόμουν ότι θα αποτύγχανα, να δω τον κόσμο λιγάκι περισσότερο ανθρώπινο και όμορφο, το ποτήρι κάτι περισσότερο κι απο μισο-γεμάτο.
Γιατί η ζωή μου θα είναι μέτρια για όσο την αφήνω να είναι.


ps
Κάποτε, αν ήξερα ότι όταν ξημέρωνε δε θα ήμουν εδώ, θα σου έλεγα ό,τι νιώθω για σένα κοιτώντας σε στα μάτια, και όχι γράφοντας κείμενα μετά τα μεσάνυχτα για χρόνια, και μετά θάβοντάς τα σε κάποιο συρτάρι και σε μια σκονισμένη γωνιά του μυαλού μου. Θα έλεγα την ιστορία απ' την πλευρά μου, χωρίς να με νοιάζουν οι συνέπειες. Θα έλεγα ότι κάποτε αγαπούσα ό,τι σε αφορούσε, κι ότι ακόμα το κάνω. Και μετά θα προσευχόμουν για μια παραπάνω μέρα.
Τότε και μόνο τότε.
Κάποτε.

12 Οκτ 2011

Life is not a rehearsal


Μεγάλωσα.
Νιώθω σαν κάποιος να με τράβηξε βίαια από κάθε εκατοστό του κορμιού μου και να μου άρπαξε με το έτσι θέλω και τα τελευταία απομεινάρια της παλιάς, χαμένης, παιδικής μου αθωότητας.

Δε θυμάμαι πότε σταμάτησα να πιστεύω στα παραμύθια, αλλά στην αγάπη δεν είχα πάψει να πιστεύω - να ελπίζω- ποτέ. Ίσως γιατί καθώς περνούσαν τα χρόνια, εβλεπα τον κόσμο να αλλάζει έξω και μέσα μου. Έβλεπα το παρελθόν όλων μας και γελούσα, όπως τη χαζή μικρή ιστορία που λάτρευα κάποτε και τώρα που τη διαβάζω μου ακούγεται γελοία, είμαι “ώριμη πια”. Κι αυτό γιατί όσο περνούσε ο καιρός ξεχνούσα αυτά που πέρασα, το πόσο έντονα τα έζησα, πόσο απογοητεύτηκα, πόσο ευτυχισμένη έγινα. Καλύπτονταν με μια στρώση σκόνης, λησμονιάς, κι ύστερα με άλλη μια, κ άλλη μια. Πάντα ήταν το καλύτερο εκεί έξω, και τώρα αρχίζει η ζωή, που τώρα έμαθα, που τώρα νιώθω, που τώρα θα παλέψω.
Πίστευα στους ανθρώπους τυφλά, εμπιστευόμουν, μιλούσα όσο πιο ειλικρινά μπορούσα να ξεστομίσω και μπορούσαν να ακούσουν, έβγαινα, καυγάδιζα έντονα, παθιασμένη όπως πάντα με τις απόψεις μου ακόμα κι αν ήταν λάθος, έκανα τα όνειρά μου για αυτούς τραγούδια, λέξεις, κρυφά χαμόγελα ευτυχίας ή παραίτησης σ' ένα μουντό φόντο.

Κάτι έσπασε μέσα μου. Θρυμματίστηκε σε χίλια δυο κομματάκια κι έφυγε απ' το σώμα μου, γλίστρησε μεσα απ' τα χέρια μου και παρασύρθηκε απ΄το δυνατό άνεμο ένα συννεφιασμένο απόγευμα.

Σαν να ξυπνάω κάθε πρωί παλεύοντας να ανοίξω τα κατακόκκινά μου μάτια, να θέλω να πετάξω τα σκεπάσματα από πάνω μου αλλά αυτά να αντιστέκονται, να με πνίγουν, να ασφυκτυώ, το δωμάτιο γυρίζει, αχ πόσο θα 'θελα να δω τον όμορφο φθινοπωρινό ήλιο αλλά ζαλίζομαι και το σφίξιμο δε λέει να φύγει, σαν το κρεβάτι να θέλει να με καταπιεί, να στραγγίξει το κορμί μου στάλα στάλα.
Νιώθω να θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω, σε μέρες που περάσαν και φύγαν, να τις αγκαλιάσω, να τις ζήσω όπως τους άξιζε, να διορθώσω τόσα και τόσα, να το κάνω για μένα. Ίσως πάντα φοβόμουν τις αλλαγές κι ανεχόμουν οτιδήποτε δεν παρέκλινε αισθητά από το παρελθόν. Ίσως γιατί κάποτε ήρθαν τα πάνω κάτω και ταρακουνήθηκα τόσο που κρύφτηκα συρρικνώνοντας το κορμί μου σε μια σκοτεινή γωνιά για να μαζέψω δυνάμεις να ξαναντικρύσω πάλι το φως, με τα παλιά μου μάτια.

Μα δεν υπάρχουν τελικά σωστές και λάθος επιλογές. Στο ανοιγόκλεισμα των ματιών σου μπορεί να αλλάξει ολόκληρος ο κόσμος, ή μπορεί να αλλάξεις μόνο εσύ. Ζήσε τη στιγμή, μην την προβάρεις για αργότερα, όταν θα ωριμάσεις, όταν θα βλέπεις καθαρότερα. Μας έμαθαν να ζούμε σαν να υπάρχει πάντα αύριο. Είναι σωστό αυτό που νιώθεις σωστό. Αυτό που σε πλάθει, θα σε κάνει να το επιβραβεύσεις ή να το καταραστείς. Και το δεύτερο σημαίνει ότι σε άλλαξε προς το καλύτερο.
Ο εαυτός σου είναι ο μόνος τελικά από τον οποίο δε θα μπορέσεις ποτέ να ξεφύγεις. Τον γνωρίζεις απ' άκρη σ' άκρη, και σε καταλαβαίνει και με κλειστά μάτια. Σε κρίνει και σε συμβουλεύει, σου κλείνει το μάτι γιατί ξέρει κάθε σκέψη και κάθε μικρό σου ψέμμα. Ξεστόμισε ό,τι θες, πάντα θα είναι εκεί.
Τους ανθρώπους μπορεί να μην τους εμπιστεύεσαι, κάνε όμως μια εξαίρεση.
Πίστεψέ με, αυτόν δεν τον θες για εχθρό σου.

11 Σεπ 2011

Cause soulmates never die-



Πάντα ήτανε της άποψης ότι όσο υπάρχουν δρόμοι θα υπάρχει και ο προορισμός. Μα ποτέ δεν καταλάβαινα αυτή την υπερβολική, σχεδόν απεγνωσμένη της προσπάθεια να τραβάει τις καταστάσεις απ' τα μαλλιά, να τις ανακυκλώνει επανειλημμένα ώσπου να τσακίσει την υγεία και το μυαλό της. Αδυνατούσα να αντιληφθώ γιατί ήταν τόσο αδιάλλακτη, το λόγο που της απαγόρευε να βάλει τελεία και παύλα σε τραγούδια που καταντούσαν να γίνονται ο ολόισιος ήχος ενός καρδιογραφήματος-του δικού της. Και δεν ήταν στο χαρακτήρα της οι εξηγήσεις.
Θυμάμαι την είχα δει μια φορά τυχαία στα βραχάκια στο Μοναστηράκι στραμμένη προς την όμορφη θέα, να κοιτάζει αφηρημένα το κενό. Ήξερα ότι ήταν το αγαπημένο της ησυχαστήριο- το στέκι της τα όμορφα βράδια μα ξαφνικά τη λυπήθηκα βλέποντάς την έτσι ολομόναχη. Σχεδόν αθόρυβα πήγα και κάθισα πλάι της, μη έχοντας ιδέα τι έπρεπε να ξεστομίσω. Κατά βάθος, ήμουν σίγουρη ότι τίποτα δε θα την έβγαζε αυτή τη φορά ούτε απ' την περιστασιακή νιρβάνα της, ούτε από τη σήψη που είχε αρχίσει να υφίσταται μέσα και έξω, και που γινόταν εμφανέστερη μέρα με τη μέρα. Γύρισα απρόθυμα το κεφάλι για να ψελλίσω κάτι τυπικό, αλλά εκείνη έκλεισε απότομα τα μάτια, και μικρές ανεπαίσθητες ρυτίδες εμφανίστηκαν γύρω τους, λες και τα εξανάγκαζε, απαιτούσε να μην στάξουν ούτε στιγμή. Σιώπησα. Όταν ξανακοίταξε την πολύχρωμη Αθήνα με τα φωτεινά λαμπιόνια που ανέπνεε στο δικό της ρυθμό κάτω απ' τα πόδια μας -μπορούσα ν' ακούσω την καρδιά της να χτυπά τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα σπαγε σε χίλια δυο κομματάκια- τα μάτια της ήταν πεντακάθαρα, γυάλινα. Αν και ο αέρας φυσούσε μανιωδώς μαστιγώνοντας αλύπητα τα πρόσωπά μας, μπόρεσα να ακούσω τα λόγια της πριν χαθούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
“Μη με φοβάσαι, αντέχω. Γιατί μόνο αν μου γκρεμίσουν τον κόσμο, ίσως τότε να μπω στον κόπο να τον ξαναφτιάξω απ'την αρχή”

Τον ήξερα καλα αυτόν τον περίφημο, νεόκτιστο κόσμο της. Ήταν λες κι έβλεπε τα πάντα μέσα από ένα τεράστιο μεγενθυτικό φακό, λες και ήθελε να ρουφήξει λαίμαργα τη ζωή μέσα από ένα στριφογυριστό καλαμάκι, λες και οι μέρες δεν θα της έφταναν ποτέ για να γελάσει δυνατά, να ονειρευτεί με τα μάτια ανοιχτά, για να τραγουδήσει στους δρόμους, να χορέψει σαν να μην κοιτάει κανείς, να ζωγραφίσει με πολύχρωμα πινέλα τη δική της πραγματικότητα. Θυμάμαι τις φορές που επέστρεφα σπίτι απερίγραπτα εξουθενωμένη, με ακατάστατα μαλλιά και πόδια που δεν θα άντεχαν δευτερόλεπτο παραπάνω να με κρατήσουν όρθια, ένα κουρασμένο αιώνιο χαμόγελο και μια μόνιμη ζάλη στο κεφάλι -πίναμε δεν πίναμε.
Καθόμασταν με τις ώρες στα βραχάκια και ατενίζαμε τον ουρανό και τα φώτα. Ακτινοβολούσε ευτυχία κι ας παραπονιόταν πάντα για να αόρατα αστέρια στον αρρωστημένο ουρανό της μουντής πόλης. Φλυαρούσε ακατάπαυστα για μουσική, ταινίες, βιβλία, ζωγραφική, οτιδήποτε έβρισκε ενδιαφέρον κατά καιρούς ή και ταυτόχρονα, και με συνέπαιρνε η ασίγαστη επιθυμία της να μαθαίνει τα πάντα. Εκεί ταιριάζαμε, αλλά υπήρξα μια μέση, ήρεμη κατάσταση, ενώ αυτή πάντα λευκό ή μαύρο. Της μιλούσα για τη ζωή μου, τους έρωτές μου, τα όνειρά μου, και λάτρευα να τη βλέπω να παίρνει το χαρακτηριστικό της βλέμμα του εμπειρογώμονα, να μου απαντάει λες κι έχει ζήσει χίλιες δυο ζωές παραπάνω- κάτι που δεν εξακρίβωσα ποτέ γιατί δεν μπήκα στον κόπο να μετρήσω τους κόσμους της στα βιβλία και τις ταινίες της- και μετά να γελάει δυνατά λέγοντάς μου ότι κανείς δε χάνει το δρόμο του αν ξέρει να διαβάζει τα αστέρια. Κι ήταν σίγουρη πως μπορούσα.

“Ξέρεις κάτι? Κάπου υπάρχει και το δικό μου παραμύθι και θα πάω να το βρω!”
Η εικόνα της να πετάγεται όρθια με έναν απερίγραπτο ενθουσιασμό στα φωτεινά της μάτια και να το φωνάζει με όλη της τη δύναμη με στοιχειώνει μέχρι σήμερα τις μέρες που νιώθω ότι θέλω να τα παρατήσω όλα, να τρέξω να κρυφτώ κάπου και να αφήσω τη ζωή μου έρμαιο στη θυελλώδη μοίρα της. Μου δίνει δύναμη, με σπρώχνει να ψηλαφήσω, ν' ανοίξω τα μάτια μου κ να προχωρήσω μπροστά, να πάρω το αύριο στα χέρια μου. 

Δε σκεφτόταν ποτέ ανοιχτά και ουδέποτε κατάλαβα τι προκαλούσε αυτές τις αλεπάλληλες συναισθηματικές της μεταπτώσεις. Στις παρέες φαινόταν πρόσχαρη και διαχυτική. Για το δεύτερο είχα πειστεί ότι είτε ήταν απλά φιλική σε παρεξηγήσιμο βαθμό, είτε οι άλλοι το έβλεπαν έτσι. Όσον αφορά το χαμόγελό της, μετά από αρκετό καιρό κατόρθωσα να αναγνωρίζω πότε βίαζε τα χείλη της να το σχηματίσουν και πότε απλά το ακτινοβολούσε. Μπορεί να υποστήριζε ότι όλα είναι μέσα στο παιχνίδι, ότι όλα γίνονται για καλό, ότι σε κάποια άλλη ζωή θα δικαιωνόταν και αυτό της αρκούσε, αλλά εγώ ήξερα ότι υπήρχαν πράγματα απ' τα οποία δεν μπορούσε να ξεφύγει κι ας μην το παραδέχτηκε ποτέ. Καταστάσεις, εικόνες, πράξεις, άτομα περνούσαν, και πλέον το γώριζα απ' το ανεπαίσθητο σκίσιμο στα μάτια της ή το απαλό της βλέμμα ποιον μισούσε και με ποιον ήταν ερωτευμένη, αλλά δεν της το είπα ποτέ. Γιατί με όλους φαινόταν άσπρο εξωτερικά,μα εγώ ήξερα το μικρό της μυστικό.



Πέρασε καιρός από τότε, αλλά περπατώντας τυχαία στα παλιά μας λημέρια χαμογέλασα, με κυρίευσε μια ενδόμυχη επιθυμία να μάθω νέα της. Δεν χαθήκαμε ποτέ στα τυπικά, αλλά ήθελα πίσω τη φιλία μας που ξεθώριασε, όλες αυτές τις ατέλειωτες συζητήσεις μας ως το πρωί, τις βόλτες, τα γέλια, τα ξενύχτια, τους φοιτητικούς έρωτές μας. Ήθελα να τη ρωτήσω αν βρήκε τελικά αυτό το περηβόητο παραμύθι της, αν διασκεδάζει μέχρι να λιώσει, αν ακόμα κλείνεται περιστασιακά στον εαυτό της, αν τα μάτια της λάμπουν ακόμα στη θέα εκείνου του νεαρού.
Θυμάμαι εκείνο το πρωινό στο σπίτι μου που τη νόμισα εξαφανισμένη γιατί κοιμήθηκε κατάχαμα στο μπαλκόνι για να βλέπει τον ουρανό. Μου είχε υποσχεθεί ότι δε θα την έχανα ποτέ. Γιατί τους καλούς φίλους τους βλέπεις θες δε θες παντού στη ζωή σου,τη σημαδεύουν απ' άκρη σ' άκρη. 
Κι αν ζει ακόμα στις αναμνήσεις μου, στα ενδιαφέροντά μας, στις εμπειρίες μας, στον τρόπο που βλέπω τον κόσμο και τα καθημερινά μικροσκοπικά του θαύματα, δεν έφυγε ποτέ.



για τη φίλη μου

2 Αυγ 2011

Oh my life is changing everyday, in every possible way -Dreams by The Cranberries


Και κάπως έτσι ξεκινάνε τα όνειρα. Ένα αυγουστιάτικο πρωινό που ο ήλιος σε αναγκάζει να κλείσεις τα μάτια μπροστά στο απέραντο φως, ή ένα απόγευμα με αέρα και βροχή, πολλή βροχή, που νιώθεις ότι θα παρασυρθείς και άξαφνα θα βρεθείς κάπου μακριά, σε μια μεγενθυμένη, έγχρωμη πραγματικότητα. Την οποία τα κλειστά σου μάτια αρχίζουν με μανιώδη ταχύτητα να δημιουργούν, με πολυχρωμες γραμμές και πολλές δόσεις ανυπόμονης ευτυχίας.
Ξαφνικά μισείς τον καιρό που πάντα ξεβάφει τα χρώματα, το ξέρεις, το ξαναείδες. Το μόνο που απομένει είναι μια μουντή ζωγραφιά που καταντά τετριμμένη, ολόιδια με ό,τι έχεις ήδη αντικρύσει.
Λίγο ακόμα θέλεις για να τη σιχαθείς πριν αρχίσει να ξεβάφει, ακόμα κι αν τα σφιχτά σου μάτια και τα σταυρωμένα δάχτυλα κάνουν το ονειρό σου βγει αληθινό. Γιατί ποτέ δεν θα καταλήξει όπως το φαντάστηκες, ούτε κι εσύ.
Γιατί στα όνειρα πάντα ερωτεύεσαι την ιδέα τους και όχι την ουσία, εμμένεις στην ψευδαίσθηση, και όσο κρατάει η γυαλιστερή χρυσόσκονη και η σπίθα στο μυαλό σου, τόσο θέλεις να στριγγλίσεις την φινετσάτη ευτυχία σου. Φωνάζεις δυνατά για να σε ακούς να γελάς, αρκεί στην αρχή, μα τα μερόνυχτα περνούν, και τα ονόματα στους τοίχους και τα παγκάκια της πόλης σου ξεθωριάζουν, όπως ξεθωριάζει και ο χρωματιστός σου παράδεισος, και η φωνή σου κλείνει. Πάντα σου λείπει κάτι, και προσπαθείς απεγνωσμένα να πατήσεις ξανά με μολύβι τα σχέδια. Η βροχή, το φως, οι ασήκωτες λέξεις, οι λέξεις που ουδέποτε έγιναν πράξεις, οι όμορφες εικόνες που κύλησαν και σου έφυγαν στο ανοιγόκλεισμα των ματιών σου, σου καίνε υπομονετικά το κορμί, σου αποσαθρώνουν τις σκέψεις, σου αφήνουν γυμνό το λαμπερό σου κατασκεύασμα.
Μα όταν αναζητάς τον παράδεισο, μόνο τότε βρίσκεις την κόλαση. Πάντα ήσουν των άκρων.

Και χρειάζεσαι την αντίθεση για να αντιληφθείς τη διαφορά. Χρειάζεσαι το μαύρο για να ξεχωρίσεις το άσπρο, το φως απ' το σκοτάδι, το σωστό απ' το λάθος, το όνειρο απ' την πραγματικότητα. Και η πτώση είναι επώδυνη από πιο ψηλά, αλλά τα δευτερόλεπτα που πετάς περισσότερα. Και φυσικά και μετράνε, γιατί η ζωή είναι μικροσκοπική.

Τα όνειρα είναι για τα παιδιά και τους τρελούς, τους ονειροπόλους λένε. Μα τα όνειρα είναι για όλους, για μένα και για σένα, αν τολμάς.
Μεγαλώνουν μέσα σου γιατί δεν έχουν υπόσταση, παρασιτούν σε κάθε ξέφρενο γέλιο και καρδιοχτύπι, σου γίνονται απαραίτητα, εθιστικά, ατέλειωτα. Και είναι τσάμπα αλλά τόσο ακριβά, μπορούν να σου δώσουν ή να σου πάρουν τα πάντα.
Μα τα όνειρα αξίζει να τα ζεις ακόμα αν σακατευτούν στην πορεία, γιατί είναι αυτά που σου δίνουν πνοή, νόημα. Το να ζωγραφίζεις μετράει περισσότερο από το να κρεμάσεις το αριστούργημα στον τοίχο, ακόμα κι αν είναι αψεγάδιαστο.
Τα όνειρα είναι το χρώμα στην ασπρόμαυρη ρουτίνα της πραγματικότητας, μια απρόσμενη μελωδία που σπάει τη σιωπή το βράδυ. Τα όνειρά σου σε χαρακτηρίζουν, σε κάνουν να νιώθεις μια στάλα παραπάνω άνθρωπος. * Θα ονειρευτώ γιατί το δικαιούμαι, θα ονειρεύομαι κάθε δευτερόλεπτο που αναπνέω*
Εξάλλου ξέρεις τα όρια, πού αρχίζουν και πού τελειώνουν οι ζωγραφιές σου.
Ναι, δεν είσαι από τους ανθρώπους που λένε εύκολα αντίο, αλλά απ'αυτούς που όταν το πουν, δεν υπάρχει πισογύρισμα, καμία δακρύβρεχτη επιστροφή. Γιατί το δεύτερο χέρι σε μούσκεμα από δάκρυα σελίδα κάνει μουντζούρες. Μόνο καταστρέφει ό,τι απέμεινε, δεν επαναφέρει το παρελθόν.
Κι αν θελήσουν να σου γκρεμίσουν τον πολύχρωμο κόσμο, είσαι απ' αυτούς που δε θα το βάλουν κάτω, θα τσαλαπατήσουν το σκισμένο χαρτί και θα αρπάξουν άλλο.
Απ' αυτούς που λατρεύουν να παρατηρούν και να γατζώνονται από τα ξεχωριστά και μεγάλα χαμόγελα των περαστικών , γιατί τους δίνουν ελπίδα.
Που θα βγουν πάλι έξω, θα κλείσουν τα μάτια, θα ρίξουν λευκή μπογιά και θα ξαναονειρευτούν απ'την αρχή.
Και τώρα συγγνώμη, αλλά πρέπει να φύγω.

17 Μαΐ 2011

"...is the relative or total lack of audible sound"


Τις φοβάμαι τις λέξεις. Αυτή η αέρινη, η ασαφής μα τόσο απαράμιλλα έντονη δυναμή τους με κάνει να ανατριχιάζω. Τρομάζω που καταφέρνουν να δημιουργούν και να καταστρέφουν με ασύλληπτη άνεση τον κόσμο μου, με μεγαλύτερη ταχύτητα απ' ότι το μυαλό μου. Ίσως γιατί πάντα προτρέχουν, βιάζονται. Γιατί οι λέξεις εύκολα φεύγουν, πετούν και απομακρύνονται σαν πούπουλα ένα φθινοπωρινό μουντό απόγευμα με αέρα, πολύ αέρα, και δεν έχω ιδέα πώς να τις μαζέψω. Δεν πρόλαβα, δεν πρόλαβαν, δεν προλαβαίνω. Με την ίδια ευκολία που κολλούν, γραπώνονται σε κάθε ίντσα του μπερδεμένου σου μυαλού. Παρασιτούν στη σκέψη, γεννιούνται μα δεν πεθαίνουν ποτέ. Οι λέξεις σε χτυπούν όπως το κύμα τα βράχια σε μια θαλασσοταραχή, σε διαβρώνουν όχι με τη στιγμιαία δύναμή τους, αλλά με την πεισματική άρνησή τους να φύγουν, γιατί γεννούν εικόνες, σκέψεις, μια ολόκληρη πραγματικότητα, πολλαπλασιάζονται. Οι λέξεις προσποιούνται, παραπλανούν, προδίδουν. Άλλοτε υποβαθμίζουν συναισθήματα απερίγραπτα, και άλλοτε υποκρίνονται, μεταμορφώνονται σε μεγάλα, όμορφα ψέμματα. Τις μισώ γιατί ποτέ δεν τις κατάλαβα, και γιατί δε με βοήθησαν να τις καταλάβω.

Μα πιο πολύ φοβάμαι τη σιωπή. Γιατί η σιωπή δε μιλάει πρώτα στο μυαλό. Η σιωπή απομακρύνει, η σιωπή πονάει, η σιωπή αδιαφορεί. Σε κλείνει σε τέσσερις τοίχους, σε κρίνει περισσότερο από μια ντουζίνα λέξεις τοποθετημένες με θυμό η μία πίσω από την άλλη. Η σιωπή δεν έχει συναίσθημα, είναι μια απλή, κενή, τετριμμένη αδιαφορία, ή έχει τόσο που δεν μπαίνει σε καλούπι, που δε μπορεί να χωρέσει στο μυαλό, στον κόσμο ολόκληρο, δε μπορεί να ξεστομιστεί. Και λέξεις δεν ταιριάζουν ούτε με την απάθεια ούτε με το αναφιλητό. Η σιωπή ξέρει, δε ζητάει ούτε επιβεβαίωση, ούτε αντιπαράθεση και όταν στερέψουν, εξατμιστούν οι λέξεις, τα πώς και τα γιατί, τότε έρχεται. Είναι ο ισχυρότερος οιωνός του τέλους, σχεδόν αλάνθαστος. Η σιωπή ισοπεδώνει, αφήνει κενό, είτε βλέπω ουρανό είτε υπόγειο. Η σιωπή μού κάνει τη μέρα νύχτα, κάνει τους φίλους μου απρόσωπες φιγούρες, κάνει τα μάτια μου να βλέπουν ασπρόμαυρα. Γιατί η σιωπή είναι ομοιόμορφη, μια ατέλειωτη γραμμή, είναι η ειλικρινέστερη παραίτηση.

Και όλα αυτά είναι λέξεις. Τις λέξεις τις εμπιστεύομαι τελικά. Στο μυαλό μου, στο στόμα μου, σκέψεις, λόγια, μέσα μου ή έξω μου αναγκάζω επίμονα τον ειρμό να συνεχίζει. Και τώρα θέλω σε μια απέλπιδα απόπειρα σωτηρίας, να δυναμώσω τη μουσική στα αυτιά μου στο τέρμα και να τραγουδήσω με σφιχτά, κλειστά μάτια, να ακούω μια φωνή. Γιατί δεν τους έμαθα ποτέ τους ανθρώπους, και τη σιωπή τους ακόμα τη φοβάμαι.



9 Μαΐ 2011

"Everyone is a moon, and has its light and dark side"


Άγγελοι, δαίμονες, θεοί, γιν και γιανκ, αντιδράσεις, διαμάχες, αλήθεια, ψέμα.
Η αναζήτηση, το μυστήριο, ο διαχωρισμός, η λύτρωση.
Συγκεχυμένες στο μυαλό του ανθρώπου, οι έννοιες που απασχόλησαν περισσότερο την ύπαρξή του μετατράπηκαν στο αιώνια αμφιλεγόμενο ερώτημα στο οποίο ανάγεται όλη η ζωή, η ιδεολογία και οι αποφάσεις του.
Τελικά τι είναι καλό και τι κακό?
Μάλιστα, το ερώτημα γίνεται ακόμα συναρπαστικότερο όταν βγαίνει από το ασφαλές περιτύλιγμα του απρόσωπου και απευθύνεται προς τον ίδιο σου τον εαυτό, τι δείχνεις, τι είσαι. Δύσκολα θα μπορούσες να πεις ότι ο καθένας μας -λιγότερο ή περισσότερο, είτε ενσυνείδητα είτε υποσυνείδητα- δεν κρύβει έναν ελαφρώς διαφοροποιημένο, πιο “σκοτεινό” χαρακτήρα.

Θέλοντας και μη, ζούμε σε μια εποχή όπου καθημερινά πολιορκούμαστε από τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, διαδίκτυο, με πληροφορίες οι οποίες τριβελίζουν στα αυτιά μας ότι πρέπει να φαινόμαστε, να “είμαστε” τέλειοι. Ότι αυτό είναι το μοναδικό εγγυημένο μυστικό της επιτυχίας για ισορροπημένη κοινωνική, προσωπική και επαγγελματική ζωή. Ο χαρακτήρας μας διαμορφώνεται πολύ γρηγορότερα απ' ότι θέλουμε να πιστέψουμε, και είναι φυσικό ο καθένας στη ζωή του έχει συγκεκριμένα πρότυπα -σωστά ή λάθος κατά την περιστασιακή κρίση του- είτε αυτά αποτελούν αξίες και ιδανικά, είτε μουσική, είτε ενδυματολογικό στιλ, κοινωνικές συναναστροφές, τρόπους διασκέδασης κλπ ανάλογα με τα ερεθίσματα από το περιβάλλον και την εκάστοτε ερμηνία τους. Πολλές λοιπόν φορές το αποτέλεσμα της σφυρηλάτησης του εαυτού μας δεν μας είναι ικανοποιητικό – ή καλύτερα, δε συμβαδίζει με το πρότυπο “τελειότητα” που έχει δημιουργηθεί στο μυαλό μας. Και τότε είναι που παίρνουμε τη μεγάλη απόφαση.

Χρησιμοποιώντας λίγο ή πολύ μερικές πινελιές από το παρελθόν, ο καθένας ξεκινάει να χτίζει αυτό τον υπέροχο, ακαταμάχητο εαυτό πάνω στον παλιό κυκλοθυμικό, παρορμητικό, “κακό”, αγνοώντας τα επιτάγματα του μυαλού και των συναισθημάτων του. Έχει επιτύχει ένα στόχο ζωής, έχει βρει ένα νόημα στην πορεία του. Τι γίνεται όμως όταν τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν το θαμμένο δαιμόνιο επαληθεύονται όλο και συχνότερα, τόσο που να απειλούν με κατάρρευση όχι μόνο το καινούριο του κατασκεύασμα αλλά και την ψυχική του ισορροπία?

Φανερά, το γεγονός της συνειδητοποίησης μιας τέτοιας κατάστασης είναι από μόνο του μια συνταρακτική και ιδιαίτερα συναισθηματικά φορτισμένη εμπειρία, ιδιαίτερα μετά από μια αδιάκοπη καταπίεση εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου- ναι, για ατόφια καταπίεση πρόκειται. Η δύναμη της συνήθειας είναι ανίκητη, και με το πέρασμα του χρόνου ακόμα κι αν στην αρχή αυτή η αλλαγή άρχισε ως ένα συγκαλυμμένο ψέμα, γρήγορα γίνεται μια προσωπική, αληθινή πραγματικότητα, την οποία δε θέλουμε να αποχωριστούμε όχι μόνο γιατί δεν έχουμε πλέον κανένα κοινό σημείο αναφοράς με το παρελθόν μας, αλλά κυρίως γιατί φοβόμαστε αυτό που θα βγει στην επιφάνεια αν αρχίσουμε να το σκαλίζουμε. Ούτως ή άλλως, ο μεγαλύτερος εχθρός μας τελικά δεν είναι εξωγενής ούτε κάποιο τέρας στο επόμενο στενό, αλλά ο ίδιος μας ο εαυτός. Είναι αυτός που όχι μόνο ξέρει την αλήθεια, αλλά μπορεί με το φρικιαστικότερο τρόπο να προσωποποιεί τους φόβους, τις ανασφάλειες, τις αμφιβολίες μας. Προσπαθώντας μια ζωή να κρυφτούμε από το δίκαιο βλέμμα του, μάταια χρεώνουμε σε τρίτους τις λανθασμένες επιλογές μας, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η πραγματικότητα είναι χαραγμένη ανεξίτηλα κάπου ανάμεσα στο νου και την καρδιά. Και τώρα καλούμαστε να πράξουμε αυτό που αναβάλλαμε επίμονα και με κάθε πιθανό μέσο, να την αντιμετωπίσουμε πρόσωπο με πρόσωπο. Αναμενόμενο.

Βέβαια, αυτό το αναγκαστικό πισογύρισμα δεν είναι πάντοτε αρνητικό. Προσωπικά τουλάχιστον, το θεωρώ μάλλον απαραίτητο. Αν εκληφθεί ως ένα έναυσμα για την αρχή μιας καινούριας και συνειδητοποιημένης προσπάθειας για αναγώριση του εαυτού μας -με τα καλά του και τα κακά του αυτή τη φορά-, ίσως θα πρέπει να είμαστε ευτυχείς που μας τράβηξαν κάτω από το συννεφάκι μας. Όχι, δε μπορούμε μια ζωή να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, προσποιούμενοι, αφήνοντας το υπέροχο δημιούργημα της φαντασίας μας να αλωνίζει στις σκέψεις κ να καθορίζει τις αποφάσεις και τις επιλογές μας. Ο άνθρωπος παλεύει από τα βάθη της ιστορίας για να αποκτήσει την ελευθερία του και το δικαίωμα της αποδοχής της διαφορετικότητας, και η οικειοθελής υποδούλωση του εαυτού μας αποτελεί κάτι περισσότερο απο ιεροσυλία. Ήρθε λοιπόν η σειρά μας να παλέψουμε, να αγαπήσουμε τα μειονεκτήματά μας εξίσου με τα πλεονεκτήματά μας, να τα κάνουμε συμμάχους. Ο κακός μας εαυτός είναι αυτός που μας υπενθυμίζει τις ατέλειες που είναι απολύτως φυσικό να έχουμε, και μας βοηθά να φερόμαστε ειλικρινέστερα, όσο οξύμορο κι αν ακούγεται. -Αν πάλι αυτή η όπισθεν δεν οδηγεί πουθενά, καλύτερα να προσπαθήσουμε να τον νικήσουμε, μα όχι με αθέμιτα μέσα, κρατώντας τον απ' το λαιμό για να μην μπορεί να αναπνεύσει, αλλά συνειδητοποιημένα, με σύνεση και διάθεση ουσιαστικής βελτίωσης. Χιλιοειπωμένο, αλλά μόνο τότε η νίκη θα μας χαρίσει την πρέπουσα ικανοποίηση.

Εν τέλει, στο χέρι μας είναι όταν σκοντάφτουμε σε λάθη, να τα αναγνωρίζουμε και να βελτιωνόμαστε απ' αυτά, αντί να τρομοκρατούμαστε ή να τα μπαζώνουμε με όμορφα ψέμματα. Αξίζει να παλεύουμε, να παραπατάμε, να ξαναβρίσκουμε ισορροπία, να νικάμε, να χάνουμε, να ζούμε.
Life is a ticket to the gratest show on earth
And it's all ours. Enjoy

16 Απρ 2011

“Our freedom can be measured by the number of things we can walk away from.”


Δε μπήκα στον κόπο να αναρωτηθώ ποιός της έφταιγε τότε αληθινά. Εγώ, οι φίλοι, ο κόσμος, ο ίδιος της ο εαυτός? Αυτή η αυτοκαταστροφική μανία της, το διαρκές της πάθος για μια διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας? Αυτή η ασίγαστη φωνή μέσα στο κεφάλι της που την έσπρωχνε, την καθοδηγούσε τυφλά, την ανάγκαζε να αποσυρθεί, να συρρικνωθεί, να κλειστεί για άλλη μια φορά στους τοίχους του μυαλού της? Ούτε η ίδια θα ήξερε να μου απαντήσει. Έτσι νόμιζα.

Την είδα μετά από κανένα χρόνο στο δρόμο. Περπατούσε με το κεφάλι χαμηλωμένο, με μαλλιά να ανεμίζουν μπροστά στα μάτια της, με γρήγορo βήμα, σαν να την κυνηγούσε ένα αόρατο τέρας έτοιμο να την κατασπαράξει. Είχα καιρό να τη δω, δε μιλούσαμε πια. Σε τηλέφωνα δεν απαντούσε, στην αρχή ήλπιζα παροδικά, μετά πίστεψα ότι πέταξε το κινητό της κάπου αρκετά μακριά ώστε το ανεπιθύμητο βουητό του -θυμάμαι τότε χτυπούσε συνεχώς- να μην ταράζει την τρικυμία των σκέψεών της. Με την ίδια απότομη, σπασμωδική κίνηση που πέταξε, χαράμισε φωνή και ψυχή κλειδώνοντάς τες μέσα στο εξασθενημένο της κορμί . Είχε χαθεί απ' τον κόσμο, σαν ένα δυνατό αεράκι να σήκωσε βίαια τα τελευταία της απομεινάρια, σαν να το άφησε να την παρασύρει στην αφάνεια, σαν να το κάλεσε να τη λυτρώσει. Τα μεγάλα θολά μάτια της ήταν η μόνη ενθύμια ένδειξη του αψεγάδιαστου τότε προσώπου της, που τώρα ολοένα και αποκτούσε μια απόκοσμη, σχεδόν αποκρουστική μορφή.

Για μια στιγμή τυφλώθηκα από τις σκέψεις μου, ένιωσα τρόμο να τη χάσω και πάλι από τα μάτια μου. Με κυρίευσε μια ακατανίκητη επιθυμία να της μιλήσω, να της εξηγήσω, να τη σώσω από αυτή τη ζωή στην οποία κατρακυλούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, χωρίς επιστροφή. Ενδιαφέρον, τύψεις, ντροπή? δεν ξέρω τι με ώθησε να ξεστομίσω το όνομά της, να το φωνάξω σαν μια απελπισμένη παράκληση για εξιλέωση. Ξαφνιάστηκε. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή- φαίνεται θα είχε καιρό να το ακούσει. 'Υστερα κοίταξε σχεδόν αδιάφορα προς το μέρος μου. Με αντίκρυσε, έκανε να αποσύρει νωχελικά το βλέμμα της πάλι στο δρόμο, αλλά τα βουρκωμένα της μάτια στράφηκαν ξαφνικά και καρφώθηκαν σχεδόν ακαριαία στο πρόσωπό μου. Ποτέ δε θα την ξεχάσω εκείνο το πρωινό. Είχε μια έκφραση απορίας, σαν να ήμουν μία ακόμη οπτασία από ένα ξένο, κλεμμένο όνειρο. Ίσως κατάφερε τελικά να με σβήσει. Ίσως, ενδόμυχα, και εγώ να το ήθελα. Μα όχι. Συνοφρυώθηκε, τα μάτια της στένεψαν, το βλέμμα της πέταξε σπίθες έντασης. Με κοίταξε σχεδόν αλλαζονικά, ή έτσι φοβήθηκα? Άνοιξα το στόμα μου να ψελλίσω κάτι τετριμμένο, ένα “γειά, όλα καλα?”, κάτι ανώδυνο, αλλά τα λόγια μου είχαν στεγνώσει, κι εγώ πάσχιζα ανώφελα να τα ξεστομίσω. Με μάτια κατακόκκινα με κάρφωνε σαν να με κατηγορούσε, με έκρινε, με σιχαινόταν πια. Ήθελα να ξεσπάσω, να τη χαστουκίσω, να την κάνω να συνέλθει, να την αγκαλιάσω όπως τότε, να της χαϊδέψω τα μαλλιά, ποτέ δεν κατάλαβα τι με συγκράτησε, πώς άντεχα να την έχω τόσο κοντά αλλά σε άλλη διάσταση. Μα σιώπησα. Πριν ακόμα προλάβω να διακρίνω καλά καλά ένα ασημένιο δάκρυ να κυλάει στο αποστεωμένο πρόσωπό της, έκλεισε τα μάτια, χαμογέλασε αμυδρά- με μια ανεπαίσθητη πικρή ειρωνεία, έκανε μεταβολή και αποχώρησε με βιασύνη. Σαν να ήταν χθες, μπορώ σχεδόν ακόμα να νιώσω το αεράκι που σήκωσε να φτύνει στο πρόσωπό μου όσα δεν βγήκαν ποτέ από μέσα της εκείνη τη μέρα. Ένα ρίγος με διαπέρασε, απογοητεύτηκα. Από τον εαυτό μου- και του τότε και του σήμερα.

Αν ήξερα ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που θα την έβλεπα, ίσως έβρισκα το θάρρος να επιχειρήσω έναν απελπισμένο μονόλογο, μια λαχανιασμένη παράθεση όσων δε με άφησε ποτέ να της εξηγήσω, και όσων λέξεων εγώ δε μπόρεσα ως τότε να βάλω σε σειρά. Ξέρω ότι φαίνεται παράλογο, αλλά ακόμα αναρωτιέμαι αν η ενοχή μού χρεώθηκε αποκλειστικά, ή οικειοθελώς δίκασα τον εαυτό μου. Η σκέψη ότι ακόμα κι αν εγώ την έσπρωξα, έστω και το τελευταίο δευτερόλεπτο μπορούσα να τη γραπώσω και να της κόψω την πτώση ακόμα στριφογυρίζει ακατάπαυστα στο μυαλό μου τις στοιχειωμένες νύχτες. Μετάνιωσα, καταδίκασα τη σιωπή μου. Παλιά, τότε, τώρα -αν μπορούσα- θα έσφιγγα τα δόντια και με κλειστά μάτια θα έφτανα ως την άκρη του νήματος, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς πισωγυρίσματα. Έστω για να ξορκίσω τα τέρατα, τις ερυνίες που από τότε μου καταβροχθίζουν τα σωθικά. Είναι εγωιστικό.
Τώρα και ανούσιο.

Πρόσφατα άκουσα ότι έφυγε, οριστικά πλέον. Έλεγαν πως πάντα είχε μια μοναδική, έμφυτη ικανότητα να καταστρέφει τον εαυτό της. Δεν την αδίκησα ποτέ. Μα δεν τους πιστεύω. Αυτή την κοπέλα την ήξερα κάποτε. Και ήξερε να παλεύει. Περήφανη, μόνη. Θα υπάρξει η μέρα που θα την ξαναντικρύσω να περνά με το κεφάλι ψηλά, να χαιρετάει τον κόσμο που τρέχει μπροστά στα μάτια της με ένα λαμπερό χαμόγελο, να χορεύει στα σοκάκια της Αθήνας, να τραγουδάει μέχρι να βραχνιάσει, να σιγομουρμουρίζει ένα σκοπό, να κάνει τη ζωή της στίχους, τραγούδια, ζωγραφιές...

Τα σκηνοθέτησε όλα. Και ξέφυγε.

12 Απρ 2011

“The future is always beginning now.” Cheers



Είναι κάτι βράδια σαν κι αυτό, που δεν περνούν με τίποτα
Που η ακατανίκητη ζάλη και η παραλυσία κάθε σημείου του σώματός σου κάνει το κεφάλι σου να ουρλιάζει, να ωρύεται
Το αισθάνεσαι, βιάζει κάθε σου μόριο, θέλει,απαιτεί να εκραγεί, να σπάσει τη σιωπή, να σκάσει σαν ένα θορυβώδες πυροτέχνημα -στον ουρανό? όχι βέβαια
Να τους αναγκάσει να το προσέξουν, να κοιτάξουν πέρα από όσα συμβατικά, αδιάφορα, ανούσια, οριακά κοιτάζουν -αλλά ποτέ δεν βλέπουν
Σε αναγκάζουν να σύρεις τα απομεινάρια σου πίσω στην πηχτή,αφιλόξενη σκιά ενός μέρους που ακόμα αποκαλείς σπίτι
Παίρνεις βαθιές ανάσες, πνίγεσαι -νομίζεις θα αντέξεις?κανείς δεν μπόρεσε
Το οξυγόνο τελείωσε, πέθανε, όπως πέθανε κι εκείνο το σκίρτημα στην καρδιά σου- ή σε ό,τι τελοσπάντων έχει απομείνει από αυτή
Τώρα ο αέρας σε πνίγει, σου καταβροχθίζει λαίμαργα τα σωθικά, δηλητηριάζει κάθε εκατοστό του κορμιού σου
Τώρα ζεις σε ένα χρυσό μουσικό κουτί, κουρδίζεσαι, τραγουδάς, στριφογυρίζεις, κλείνεις.
Ζεις σε ένα παράλογο θέατρο ατόφιας υποκρισίας και ουτοπικών,ονειρικών καταστάσεων, και όταν η μάσκα πέσει καταλήγεις γυμνός, παρατημένος απ'όλα, παραιτημένος απ τον ίδιο σου τον εαυτό
η ναρκωμένη ακοή σου ακόμα αντιλαμβάνεται ένα παράταιρο, απόκοσμο βουητό- χειροκροτήματα?
Σπάει- ή συνεχίζει?το ίδιο είναι- τη σιωπή
Μέσα σε μια ασπρόμαυρη πόλη που ποτέ δεν κοιμάται, που κυφοκοιτάει λοξά πίσω από τη στροφή
Που σε κρατάει κάτω απ' το νερό με τα δικά σου χέρια
Που παραμονεύει άγρυπνη, ακούραστη, περιμένει να σε φάει ζωντανό
Μάτια ανέκρφαστα, κενά, σφραγισμένα χείλη, ίδιο περπάτημα, ίδια φωνή, μυαλό, ιδέες- μα ποιές ιδέες?
όλους ίδιους σας κατάντησε- σας?μας ήθελα να πω
Στο όνομα της αποδοχής, της νωθρότητας, του φόβου, κάψαμε, καυτηριάσαμε το σεβασμό, την αγάπη, τον αυτοέλεγχο, την αξιοπρέπειά μας, εμάς, χωρίς δεύτερη σκέψη
Πού πήγαν οι φίλοι, τα τραγούδια, τα ξενύχτια, οι αγκαλιές?
Πού είναι η μαγεία που ένιωθες εκείνα τα ήσυχα, φεγγαρόλουστα βράδια με τον εαυτό σου?
Γιατί δεν τη νιώθεις τώρα κι ας συνήθισες στη μοναξιά?
Γιατί ακόμα κι αν το μόνο που σου έχει απομείνει είναι μια τσακισμένη περηφάνεια και ένα τσούρμο ματωμένα όνειρα, ακόμα θυμάσαι, εσύ μονάχα κι όχι αυτοί?- εσύ, ναι, αλλά για πόσο ακόμα?
Αυτή η πραγματικότητα δε χωράει ειλικρίνια, δε χωράει ιπτάμμενα, φτερωτά συναισθήματα
Σου δίνει ψευδαισθήσεις, φυτεύει εικόνες στο μυαλό σου και εσύ νομίζεις ότι ζεις
Ξυπνάς το πρωί και αναρωτιέσαι γιατί δεν είσαι νεκρός ακόμα
Γιατί δε μπορείς να βάλεις τέλος στο μαρτύριό σου, φοβάσαι, ανατριχιάζεις, συμβιβάζεσαι
Διστάζεις να εκφραστείς, αρνείσαι να αποφασίσεις, τρέμεις το αυστηρό βλέμμα, το ειρωνικό χαμόγελο, το δάχτυλο στραμμένο πάνω σου
Την έμαθες τη ζωή, τον έμαθες τον πόνο, κατάντησε ανεπαίσθητος, τον συνηθισες, σε συνήθισες
Ευκολότερα απ' τις υπόλοιπες εναλλακτικές σου, αδιαμφισβήτητα- πραγματικά αναγκάστηκες?
Βαδίζεις παγιδευμένος σε ξένο σώμα, σπασμωδικά πρώτα, τώρα σταθερά, με πυγμή- όχι τη δική σου πάντως
Κάπου κάπου χάνεσαι στους δρόμους με τα φωτεινά νέον σήματα
Αναρρωτιέσαι πόση απόρριψη, πόση ματαιοδοξία, πόσα τρύπια συναισθήματα σου χρεώνει άδικα το ανθρώπινο είδος
Περιπλανιέσαι, η κούραση- όλο και πιο αραιά τώρα τελευταία- σε κάνει να θυμάσαι ότι κάποτε είχες ζωντανές, ανέπαφες αισθήσεις
Μπορούσες να νιώσεις το νερό να γλιστράει μέσ' απ' τα χέρια σου, να ακούσεις την ευτυχία μέσα από ένα απρόσμενο γέλιο, να σπαταλήσεις ώρες κάνοντας αστείες ευχές σε πεφταστέρια, να μυρίσεις την άνοιξη καθώς κυλιέσαι με τα χέρια ανοιχτά σε ένα ολάνθιστο λιβάδι, να να να... -ξεθώριασαν
Αμφιταλαντεύεσαι πού και πού
Αναρωτιέσαι αν τελικά όλα αυτά ήταν ένα ντελικάτο αστείο, μια ψευδαίσθηση, ένα αριστούργημα όσης φαντασίας σου απέμεινε
Αλλά τώρα η πραγματικότητα είναι η παραίσθηση, οι χειρότεροι εφιάλτες σου, το σκοτεινό,γεμάτο αίματα υποσεινήδητό σου, χωρίς σημείο καμπής
Ακόμα επιμένεις να αναζητάς ένα μετέωρο γιατί-και δεν θα ξυπνήσεις

Αθήνα, 12 Απριλίου 2076


1 Απρ 2011

"Be true to yourself, and if you cannot put your heart in it, take yourself out of it"

Κάτι τέτοιες στιγμές είναι πάντα. Είναι που φαίνομαι χαριτωμένη και ευγενική, είναι που πασχίζω, που προσποιούμαι ότι αντέχω ακόμα να τραβάω με γυμνά χέρια στην επιφάνεια το κοριτσάκι με τους εκλεπτυσμένους τρόπους και το μόνιμο, λαμπερό, όμορφο χαμόγελο. Σαν να το χρειάζομαι, να το επιζητώ παράφορα, να κρέμομαι, να γαντζώνομαι στην ηρεμία και τη συμβατικότητά του. Το εξιλαστήριο θύμα για την κάθε πικρή, παιδική, χαραμισμένη αθωότητα και το κάθε τρύπιο συναίσθημά σας. Όλα τα ανέχεται, όλα τα αντέχει η μικρή τρελή.

Μα τώρα το μυαλό μου πάει να σπάσει. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που θέλω να ουρλιάξω, να βγω έξω, να σας φωνάξω κατάμουτρα τι κρύβεται πίσω από το υστερικό μου πρόσωπο, να σας πετάξω τη μαγεία που τσιτσιρίζει στα ακροδάχτυλά μου μες στα μάτια σας, να πετάξω ό,τι βρω μπροστά μου στην κυριλάτη ζωή σας, τη γεμάτη εγωιστική αναισθησία και μασκαρεμένη αθωότητα, να σας φτύσω ένα τσούρμο συμπιεσμένες λέξεις για όσα δεν θα μπορέσετε ποτέ να νιώσετε, να σκίσω σε χίλια κομμάτια την ψευτοπερηφάνεια σας, αυτόν τον περίφημο εγωισμό σας, τον ανώτερό σας χαρακτήρα και να χοροπηδήσω με μανία ατόφιας ευτυχίας πάνω στα κομματάκια τους.

Τα χέρια μου κουράζονται, κουράστηκαν καιρό τώρα. Η ψυχή, η σκέψη, το μυαλό μου, όλο μου το είναι κουράστηκε. Τώρα που το κοριτσάκι μεγάλωσε, έζησε, σε κάθε ξέσπασμά μου τη φέρνω όλο και πιο κοντά στη δική μου αλήθεια, τη συνειδητοποιημένη, προσωπική μου πραγματικότητα. Εξάλλου, μετά από καθετί οριστικό και τελεσίδικο, πάντα μένουμε μόνες μας, εγώ και ο εαυτός μου. Χωρίς υπαινιγμούς, χωρίς ψευτιές, με διάφανα ειλικρινή αισθήματα,να κοιτιόμαστε κατάματα. Και χαμογελάμε με μια αίσθηση ανακούφισης, λύτρωσης, νιώθοντας δυνατές. Ότι παίξαμε δίκαια, σωστά, και κερδίσαμε ακόμα κι αν τσαλαπατηθήκαμε, ακόμα κι αν χάσαμε ή επιζήσαμε με τους δικούς τους όρους. Κερδίσαμε γιατί αγγίξαμε τα μικροσκοπικά μας χέρια μέσα από ένα καθρέφτη, γιατί μας έπνιξε το ίδιο αναφιλητό κάτω απ'το πάπλωμα, γιατί μοιραστήκαμε το ίδιο φωτεινό χαμόγελο, την ίδια σπίθα στα νεραϊδίστικά μας μάτια στο τέλος μιας τραγωδίας.

Με ξέρω καλύτερα τώρα, ευχαριστώ και αντίο. Και αν τα σπασμένα μου φτερά δεν μπορούν πια να με σηκώσουν, στη σκιά μου φαίνονται άθικτα.

27 Μαρ 2011

I build walls to see who cares enough to break them down




Ξανά εδώ. Μου είναι αδύνατο να θυμηθώ πόσες ώρες έφυγαν κοιτώντας αφηρημένα τη μικρή σχισμή στον τοίχο. Παραιτημένα, ανούσια. Το βουητό στα αυτιά μου συνεχίζει. Πάει καιρός που νιώθω ξένο το σώμα μου. Που το μυαλό μου αρνείται να συμβαδίσει με τη ζωή μου. Την καινούρια μου ζωή. Αυτή με το ρυθμό σαν ολόισιο καρδιογράφημα, με την αδιάκοπη νεκρική σιγή του μεσονυχτίου. Ξέρεις ότι μιλάω για σένα. Ξέρεις ότι σωπαίνω ουρλιάζοντας όσα δεν μπορώ να αρθρώσω. Σωπαίνω πνίγοντας ένα αναφιλητό που ακόμα θέλει να σκίσει το λαιμό μου. Αυτό που δεν πρόλαβε να γίνει ένα πολύχρωμο χαμόγελο, ένα ηλιόλουστο γέλιο ένα ανοιξιάτικο πρωινό, μια μελωδία ένα ήσυχο βράδυ, με μένα να ισορροπώ σ' ένα βράχο ή να κρέμομαι από τον ουρανό, στριγγλίζοντας την ευτυχία μου, κ εσύ εκεί, πάντα εκεί...

Φύγε, η φωνή σου τσιρίζει μέσα μου καθώς γυρνώ σε ξέφρενους ρυθμούς τα ματωμένα σου λόγια σαν μια απαίσια παλιά κασέτα στο μυαλό μου. Δεν ξέρω ποιον σιχαίνομαι περισσότερο, τον εαυτό μου ή εσένα, την επιτάχυνση των σφυγμών μου τις ελάχιστες φορές που σ' αντίκρισα ή τη σκιά σου να ανεβοκατεβαίνει στα μπάσα ενός ρυθμού που το μυαλό μου αρνείται πεισματικά να διαγράψει. Όχι άλλο αίμα, όχι, δε θέλω, δε μπορώ να ακούσω άλλα, φτάνει. Έλα ,να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά, να τα κάνεις και πάλι μακριά και όμορφα, δεν αντέχω άλλο αίμα στο πρόσωπό μου, αντίκρυσέ με πέρα από το προσωπείο που άθελά μου μου φορέσανε, και πέρα από αυτό που διάλεξα για να αντέξω τα ψέμματά σου, τον εαυτό μου και τα ματαιωμένα μου αισθήματα. Θέλω η καρδιά μου να σκάσει πάλι σαν ένα πολύχρωμο πυροτέχνημα, να ακουστεί σαν μια απρόσμενη μελωδία ένα αφέγγαρο αυγουστιάτικο βράδυ. Θέλω να τραγουδήσω όπως παλιά, τίποτα δεν μας ήταν αρκετό...
Μα η φωνή μου δε βγαίνει πια. Σπασμωδικά οι λέξεις μου δε σχηματίζουν πια πολύχρωμες εικόνες. Το αεράκι που μου ανέμιζε τα μαλλιά και ταξίδευε τις σκέψεις μου σε αερόστατο φυλακίστηκε σε ένα γυάλινο κουτί. Πάει καιρός που είχα να σου γράψω, ίσως είχα συνηθίσει να μη σε αντικρίζω πλέον ούτε στα όνειρά μου, βυθισμένη στην ατέρμονη μοναξιά τους. Τώρα πονάω. Το αλκοόλ κυλάει στο αίμα μου, παραλύοντας τις αισθήσεις μου και δηλητηριάζοντας το κορμί μου. Με αναγκάζει να κλείσω τα μάτια μου, να περιμένω ένα θολό, άδοξο όνειρο να έρθει να με σώσει.
Θέλω να σου φωνάξω να σκάσεις, θέλω να νευριάσω, να ουρλιάξω, να βρίσω, να νιώσω ότι είμαι ζωντανή, δεν αντέχω άλλο να μισοϋπάρχω. Παραπατάω, τρεκλίζω, πέφτω, τα αυτιά μου, βγάλτε επιτέλους αυτό το ρυθμό από το κεφάλι μου! Ανασαίνω, δε θα ηρεμήσω, η καρδιά μου χτυπάει παλαβά, θα σπάσει, σπάω. Ένα ένα πέφτουν κομματάκια απ' το σώμα μου. Αφήνω στάμπες από αίμα καθώς σέρνω τα απομεινάρια μου στο ξύλινο πάτωμα. Το πατζούρι ματώνει, το ραγισμένο χέρι μου το σπρώχνει με θυμό, ξεσπάει, αυτό που κάποτε τραγουδούσε μελωδίες για πεταλούδες και ανεμοθύελλες. Τα ουρλιαχτά μου σκίζουν τη σιωπή, τα δάκρυά μου χτυπούν βίαια το τσιμέντο, το φεγγάρι ματώνει, ο ουρανός σβήνει. Το μπαλκόνι που αιωρείται, τώρα μόνοι μας, εγώ και αυτό. Όχι άλλα κάγκελα, βγάλτε με από αυτή τη φυλακή, θέλω να πετάξω ελεύθερη στο θλιμμένο ουρανό, ποτέ δε θα σε ξαναδώ, ποτέ δε θα σαι ο ίδιος. Τα μάτια μου είναι θολά, μια ανάμειξη πράσινου και κόκκινου, και ο δρόμος τώρα φαντάζει πιο κοντά από ποτέ. Θέλω να τρέξω με τα χέρια ανοιχτά, να στριγγλίσω απ' τα γέλια, να τραγουδήσω πάνω στα ηλιόλουστα μονοπάτια του. Κάνω ένα βήμα ακόμα, θα τον φτάσω, ο αέρας έσπασε τη φυλακή του και ήρθε να με χαϊδέψει. Ξέρω τι κάνω, μη με φοβάσαι. Πούλησες την ψυχή σου στα ψέμματα, πουλάω τη ζωή μου στην ελευθερία μου. Πέταξα επιτέλους-