shine

shine

18 Ιαν 2012

Dance first. Think later. It's the natural order.


Μπλε φωτάκια στριφογυρίζουν γύρω μου. Λάθος, εγώ στριφογυρίζω, ξανά και ξανά. Σαν να είμαι σε μια άλλη εποχή, σε άλλη διάσταση, με rock 'n'roll ρυθμούς στ' αυτιά μου, με τη γνωστή τρέλα στο μυαλό μου, και με ένα πρωτόγνωρο ενθουσιασμό να αρνείται να με αφήσει δευτερόλεπτο.

Το ίδιο σκηνικό, μεταμεσονύχτια πρωτοχρονιά στο γνωστό μας στέκι, τα γνωστά πρόσωπα, η κλασσική φασαρία και η γνώριμη μουσική στη διαπασόν να χτυπάει στ' αυτιά μας. Και σήμερα νιώθω την αρχή μιας καινούριας μέρας, μιας καινούριας χρονιάς, μιας ζωής που ξεχειλίζει γέλια, τραγούδια κι ιστορίες.
Πάλι μαζί, εγώ και αυτή, να συζητάμε και να γελάμε ακατάπαυστα όπως πάντα.
Κάτι μου λέει δείχνοντας στο βάθος, σκύβω για να ακούσω καλύτερα, μάταια. Ουρλιάζω πως δεν καταλαβαίνω, δεν καταλαβαινόμαστε εδώ, η φωνή μου χάνεται στη βαβούρα, το μυαλό μου χάνεται στη μουσική,στην πολυκοσμία. Κάποιος με πατάει ατσούμπαλα μια στιγμή πριν πάρω την απόφαση να την τραβήξω απ το χέρι και να πάμε σπρώχνοντας και τρεκλίζοντας προς την πίστα. Οι υπόλοιποι έχουν μείνει κάπου ξωπίσω μας, σηκώνομαι βιαστικά στις μύτες αλλά δεν ξεχωρίζω φιγούρες εκτός απ' τη μπλε θολούρα στο βάθος, δεν πειράζει κάπου τριγύρω θα είναι, και παίζει και το τραγούδι που μ' αρέσει, κι εγώ τώρα θέλω να χορέψω, να χτυπήσω τα πόδια μου στο ρυθμό και το φόρεμά μου να ανεμίσει από τις στροφές, κι όταν θέλω κάτι το θέλω ακέραιο και επιτόπου.
Στριφογυρίζουμε εκτός βημάτων, ξεκλέβουμε μια στιλάτη κίνηση απ' το διπλανό ζευγάρι, σκάμε στα γέλια γιατί δεν έχουμε παρτενέρ και χορεύουμε με τα χέρια ψηλά στο ρυθμό, μέχρι να πάρουμε την απόφαση να σωριαστούμε με ένα πνιχτό αναστεναγμό στο κοντινότερο τραπεζάκι. Νιώθω ότι το ξαναείδα, ότι το ξαναέζησα αυτό το σκηνικό. Τα πόδια μου πεθαίνουν, κι ο λαιμός μου το ίδιο, αλλά ακόμα χαμογελάω μιλώντας ασταμάτητα. Βγάζω όσο πιο διακριτικά μπορώ τα παπούτσια μου κάτω απ'το τραπέζι με το υποθετικό σφύριγμα ανεμελιάς ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου καθώς τη βλέπω να απομακρύνεται στο βάθος για να φωνάξει τους άλλους και να παραπονεθεί γιατί δεν έχουμε κι εμείς ποτό.

Δεν ξέρω για πόση ώρα χαζεύω τα ζευγάρια στην πίστα και δε σκέφτομαι τίποτα, ένα λεπτό,δυο, μπορεί και δέκα, όταν νιώθω ένα χέρι να με χτυπάει στον ώμο και να με στέλνει έξω απ'τη νιρβάνα μου, κάνοντάς με να γυρίσω απότομα. Όχι, είμαι σίγουρη, αυτό το σκηνικό δεν το ξαναέζησα. Δεν ακούω τι μου λες, δεν καταλαβαίνω, το μυαλό μου έχει σταματήσει σε ένα “μα πώς?”, σε ένα “στανταρ ονειρεύομαι”. Νιώθω να παίζω σε ταινία, να ζω ένα παραμύθι κι ας μην ήμουν ποτέ ρομαντική, ξεχνάω να φορέσω πάλι τα τακούνια μου και να υποκριθώ ότι είμαι ψηλότερη καθώς με πιάνεις απ' το χέρι και πηγαίνεις σπρώχνοντας προς την πίστα που είναι ακόμη ασφυκτικά γεμάτη. Όσο μπορώ να σκεφτώ, δε θέλω να περιμένεις να χορέψω τώρα, ντρέπομαι και θα χάσω τα βήματα, το σώμα μου έχει παραλύσει κι η καρδιά μου πάει να σπάσει, αγωνία, φόβος, ενθουσιασμός? δεν έχω ιδέα τι είναι, μόνο ότι με κάνει ν' αδυνατώ να αρθρώσω λέξη.
Σωπαίνω κι εσύ δε μιλάς. Εξάλλου τα ομορφότερα και τα σημαντικότερα πράγματα δεν ξεστομίζονται ποτέ, είναι μαγεία, δε μπαίνουν σε καλούπια. Ένα χαμόγελο αρκεί, τίποτα παραπάνω.
Τυλίγεις το χέρι σου γύρω απ' τη μέση μου και με το άλλο μου σπρώχνεις αποφαστιστικά τον ώμο. Και καθώς ξετυλίγομαι σε μια θεαματική φιγούρα, τα βήματά μου δε μπερδεύονται, σαν να γεννήθηκα για να χορέψω έτσι, λες και όλη μου η ζωή να ήταν συνεχόμενες στιγμές που οδηγούσαν ακριβώς εδώ.


Τη βλέπω ξαφνικά κάπου στο βάθος να κουβεντιάζει με ένα κοκτέιλ στο χέρι και ένα παλιομοδίτικα προκλητικό αέρα, και να με κοιτάει πονηρά με μισόκλειστα μάτια. Ξέρω τι σκέφτεται, μαντεύω τι θα μου πει, το βλέμμα της μιλάει, μου φωνάζει ότι έχω χάσει το μυαλό μου τώρα, σήμερα, χτες, τον τελευταίο καιρό –ξέρω ότι δεν έχει άδικο, κι ότι δε χωράνε αυτή τη στιγμή εξηγήσεις, να τις αφήσω για αργότερα, αλλά τότε θα είναι όλες δικιές της.
Κι όμως, δεν είμαι σίγουρη για τίποτα τώρα, ο νους μου σα να σταμάτησε, σαν αυτή η στιγμή να είναι ό,τι δυνατότερο έχω ζήσει ποτέ μου και όλα τα άλλα να ήταν ανούσια, μέτρια, μια βαρετή επανάληψη χωρίς τους κατάλληλους πρωταγωνιστές. Δε θέλω να σκέφτομαι τα πώς και τα γιατί. Νιώθω σαν να είμαι στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή, κι είναι το μόνο που ζητάω, το μόνο που έχει σημασία.Τώρα ζω, ζω έντονα και δε θα σταματήσω ποτέ να γελάω δυνατά , να ονειρεύομαι και να χορεύω, να στριφογυρίζω, να ερωτεύομαι το χώρο και κάθε μικροσκοπική του λεπτομέρεια, τα πρόσωπα που ακτινοβολούν γύρω μου, τα φώτα που λάμπουν δυνατά και φαίνονται να υπογραμμίζουν την παραμικρή κίνηση, τα χέρια που με κρατάνε σφιχτά, εσένα και μόνο εσένα.

Και καθώς τυλίγομαι και πάλι στην αγκαλιά σου, μου χαμογελάς κι εγώ ζαλίζομαι, τα μάτια σου μπερδεύονται με τα φωτάκια γύρω μας, μα εγώ τα ξεχωρίζω και τώρα, είναι πιο λαμπερά, πιο μπλε, πιο όμορφα.

Χαμογελάω ακόμα, όταν ακούω έναν εκκωφαντικό θόρυβο εκτός μουσικής, όταν νιώθω το σκηνικό να θολώνει. Ξαφνικά τρομάζω βλέποντας ένα εκτυφλωτικό φως να έρχεται από κάπου στο βάθος καταπάνω μου αλλά ακόμα είμαι χαρούμενη, πιο χαρούμενη από ποτέ, ακόμα κι όταν ξαφνικά ανοίγω τα μάτια μου κι αντικρίζω ένα λαμπερό ήλιο να μπαίνει από το παράθυρό μου

10 Δεκ 2011

Don’t ask what the world needs. Ask what makes you come alive, and go do it. Because what the world needs is people who have come alive.


Έχω βαρεθεί τους ανθρώπους που ζουν σαν να υπάρχει πάντα αύριο, γιατί κάνουν λάθος. Γιατί έχουν μάθει να σκέφτονται με μια προοπτική ανυπόστατη, που μπορεί να ανατραπεί το επόμενο δευτερόλεπτο. Γιατί ποτέ δεν κάνουν αυτό που νιώθουν, δεν ξεστομίζουν αυτό που πιστεύουν, δε ζουνε για τη στιγμή, απλά τη ζούνε, και αυτή τους προσπερνά.
Με ρωτάνε “τι θα έκανες αν ήξερες ότι έχεις μια και τελευταία μέρα” κι αμέσως απεικονίζω στο μυαλό μου ό,τι με κάνει χαρούμενη και ευτυχισμένη, βόλτες, ταξίδια, ξενύχτια φίλους, συζητήσεις στην παραλία στο φως του φεγγαριού, χορούς, τραγούδια, έρωτες, όλα όσα ήθελα κάποτε να κάνω αλλά ποτέ δε βρήκα τη διάθεση και το κουράγιο και τα άφησα μετέωρα στο μέλλον, όλα τα μέρη που φανταζόμουν ότι θα γύριζα αλλά ποτέ δεν πρόλαβα, και η μια μέρα ποτέ δεν είναι αρκετή. Θα έκανα ό,τι ακριβώς ήθελα, ό,τι πραγματικά χρειαζόμουν, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Δεν την μπορω τη ρουτίνα, την απεχθάνομαι, σιχαίνομαι τη βεβαιότητα της στιγμής, δε θέλω να σκέφτομαι ότι η επόμενη μέρα θα είναι μια αναπαράσταση της προηγούμενης, ένας ρόλος σε μια παράσταση που υποκρίνομαι ότι ζω, αντί να εκμεταλλεύομαι στο έπακρο τη μαγεία του επόμενου δευτερολέπτου. Θέλω να φωνάξω στον εαυτό μου και σ' όλους τους ανθρώπους -στον κόσμο ολόκληρο- να φτιάξουν τη ζωή που θέλουν και να ζήσουν,να ζήσουν, αντί να μισοϋπάρχουν σε μια κατάσταση ασφαλή, συνηθισμένη και προβλέψιμη.
Και δε θέλω να ξέρω πόσες μέρες μου απομένουν για να χαρώ τη μέτρια ζωή μου, αλλά ξέρω ότι μπορώ να ζήσω τα δευτερόλεπτα της καθεμιάς λες και είναι τα τελευταία μου, να βγω εκεί έξω και να γελάσω δυνατά, να τραγουδήσω στους δρόμους, στα ηλιόλουστα σοκάκια, να προσπαθήσω δυνατότερα να γίνω αυτή που πάντα ήθελα, να κάνω αυτά στα οποία φοβόμουν ότι θα αποτύγχανα, να δω τον κόσμο λιγάκι περισσότερο ανθρώπινο και όμορφο, το ποτήρι κάτι περισσότερο κι απο μισο-γεμάτο.
Γιατί η ζωή μου θα είναι μέτρια για όσο την αφήνω να είναι.


ps
Κάποτε, αν ήξερα ότι όταν ξημέρωνε δε θα ήμουν εδώ, θα σου έλεγα ό,τι νιώθω για σένα κοιτώντας σε στα μάτια, και όχι γράφοντας κείμενα μετά τα μεσάνυχτα για χρόνια, και μετά θάβοντάς τα σε κάποιο συρτάρι και σε μια σκονισμένη γωνιά του μυαλού μου. Θα έλεγα την ιστορία απ' την πλευρά μου, χωρίς να με νοιάζουν οι συνέπειες. Θα έλεγα ότι κάποτε αγαπούσα ό,τι σε αφορούσε, κι ότι ακόμα το κάνω. Και μετά θα προσευχόμουν για μια παραπάνω μέρα.
Τότε και μόνο τότε.
Κάποτε.

12 Οκτ 2011

Life is not a rehearsal


Μεγάλωσα.
Νιώθω σαν κάποιος να με τράβηξε βίαια από κάθε εκατοστό του κορμιού μου και να μου άρπαξε με το έτσι θέλω και τα τελευταία απομεινάρια της παλιάς, χαμένης, παιδικής μου αθωότητας.

Δε θυμάμαι πότε σταμάτησα να πιστεύω στα παραμύθια, αλλά στην αγάπη δεν είχα πάψει να πιστεύω - να ελπίζω- ποτέ. Ίσως γιατί καθώς περνούσαν τα χρόνια, εβλεπα τον κόσμο να αλλάζει έξω και μέσα μου. Έβλεπα το παρελθόν όλων μας και γελούσα, όπως τη χαζή μικρή ιστορία που λάτρευα κάποτε και τώρα που τη διαβάζω μου ακούγεται γελοία, είμαι “ώριμη πια”. Κι αυτό γιατί όσο περνούσε ο καιρός ξεχνούσα αυτά που πέρασα, το πόσο έντονα τα έζησα, πόσο απογοητεύτηκα, πόσο ευτυχισμένη έγινα. Καλύπτονταν με μια στρώση σκόνης, λησμονιάς, κι ύστερα με άλλη μια, κ άλλη μια. Πάντα ήταν το καλύτερο εκεί έξω, και τώρα αρχίζει η ζωή, που τώρα έμαθα, που τώρα νιώθω, που τώρα θα παλέψω.
Πίστευα στους ανθρώπους τυφλά, εμπιστευόμουν, μιλούσα όσο πιο ειλικρινά μπορούσα να ξεστομίσω και μπορούσαν να ακούσουν, έβγαινα, καυγάδιζα έντονα, παθιασμένη όπως πάντα με τις απόψεις μου ακόμα κι αν ήταν λάθος, έκανα τα όνειρά μου για αυτούς τραγούδια, λέξεις, κρυφά χαμόγελα ευτυχίας ή παραίτησης σ' ένα μουντό φόντο.

Κάτι έσπασε μέσα μου. Θρυμματίστηκε σε χίλια δυο κομματάκια κι έφυγε απ' το σώμα μου, γλίστρησε μεσα απ' τα χέρια μου και παρασύρθηκε απ΄το δυνατό άνεμο ένα συννεφιασμένο απόγευμα.

Σαν να ξυπνάω κάθε πρωί παλεύοντας να ανοίξω τα κατακόκκινά μου μάτια, να θέλω να πετάξω τα σκεπάσματα από πάνω μου αλλά αυτά να αντιστέκονται, να με πνίγουν, να ασφυκτυώ, το δωμάτιο γυρίζει, αχ πόσο θα 'θελα να δω τον όμορφο φθινοπωρινό ήλιο αλλά ζαλίζομαι και το σφίξιμο δε λέει να φύγει, σαν το κρεβάτι να θέλει να με καταπιεί, να στραγγίξει το κορμί μου στάλα στάλα.
Νιώθω να θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω, σε μέρες που περάσαν και φύγαν, να τις αγκαλιάσω, να τις ζήσω όπως τους άξιζε, να διορθώσω τόσα και τόσα, να το κάνω για μένα. Ίσως πάντα φοβόμουν τις αλλαγές κι ανεχόμουν οτιδήποτε δεν παρέκλινε αισθητά από το παρελθόν. Ίσως γιατί κάποτε ήρθαν τα πάνω κάτω και ταρακουνήθηκα τόσο που κρύφτηκα συρρικνώνοντας το κορμί μου σε μια σκοτεινή γωνιά για να μαζέψω δυνάμεις να ξαναντικρύσω πάλι το φως, με τα παλιά μου μάτια.

Μα δεν υπάρχουν τελικά σωστές και λάθος επιλογές. Στο ανοιγόκλεισμα των ματιών σου μπορεί να αλλάξει ολόκληρος ο κόσμος, ή μπορεί να αλλάξεις μόνο εσύ. Ζήσε τη στιγμή, μην την προβάρεις για αργότερα, όταν θα ωριμάσεις, όταν θα βλέπεις καθαρότερα. Μας έμαθαν να ζούμε σαν να υπάρχει πάντα αύριο. Είναι σωστό αυτό που νιώθεις σωστό. Αυτό που σε πλάθει, θα σε κάνει να το επιβραβεύσεις ή να το καταραστείς. Και το δεύτερο σημαίνει ότι σε άλλαξε προς το καλύτερο.
Ο εαυτός σου είναι ο μόνος τελικά από τον οποίο δε θα μπορέσεις ποτέ να ξεφύγεις. Τον γνωρίζεις απ' άκρη σ' άκρη, και σε καταλαβαίνει και με κλειστά μάτια. Σε κρίνει και σε συμβουλεύει, σου κλείνει το μάτι γιατί ξέρει κάθε σκέψη και κάθε μικρό σου ψέμμα. Ξεστόμισε ό,τι θες, πάντα θα είναι εκεί.
Τους ανθρώπους μπορεί να μην τους εμπιστεύεσαι, κάνε όμως μια εξαίρεση.
Πίστεψέ με, αυτόν δεν τον θες για εχθρό σου.

11 Σεπ 2011

Cause soulmates never die-



Πάντα ήτανε της άποψης ότι όσο υπάρχουν δρόμοι θα υπάρχει και ο προορισμός. Μα ποτέ δεν καταλάβαινα αυτή την υπερβολική, σχεδόν απεγνωσμένη της προσπάθεια να τραβάει τις καταστάσεις απ' τα μαλλιά, να τις ανακυκλώνει επανειλημμένα ώσπου να τσακίσει την υγεία και το μυαλό της. Αδυνατούσα να αντιληφθώ γιατί ήταν τόσο αδιάλλακτη, το λόγο που της απαγόρευε να βάλει τελεία και παύλα σε τραγούδια που καταντούσαν να γίνονται ο ολόισιος ήχος ενός καρδιογραφήματος-του δικού της. Και δεν ήταν στο χαρακτήρα της οι εξηγήσεις.
Θυμάμαι την είχα δει μια φορά τυχαία στα βραχάκια στο Μοναστηράκι στραμμένη προς την όμορφη θέα, να κοιτάζει αφηρημένα το κενό. Ήξερα ότι ήταν το αγαπημένο της ησυχαστήριο- το στέκι της τα όμορφα βράδια μα ξαφνικά τη λυπήθηκα βλέποντάς την έτσι ολομόναχη. Σχεδόν αθόρυβα πήγα και κάθισα πλάι της, μη έχοντας ιδέα τι έπρεπε να ξεστομίσω. Κατά βάθος, ήμουν σίγουρη ότι τίποτα δε θα την έβγαζε αυτή τη φορά ούτε απ' την περιστασιακή νιρβάνα της, ούτε από τη σήψη που είχε αρχίσει να υφίσταται μέσα και έξω, και που γινόταν εμφανέστερη μέρα με τη μέρα. Γύρισα απρόθυμα το κεφάλι για να ψελλίσω κάτι τυπικό, αλλά εκείνη έκλεισε απότομα τα μάτια, και μικρές ανεπαίσθητες ρυτίδες εμφανίστηκαν γύρω τους, λες και τα εξανάγκαζε, απαιτούσε να μην στάξουν ούτε στιγμή. Σιώπησα. Όταν ξανακοίταξε την πολύχρωμη Αθήνα με τα φωτεινά λαμπιόνια που ανέπνεε στο δικό της ρυθμό κάτω απ' τα πόδια μας -μπορούσα ν' ακούσω την καρδιά της να χτυπά τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα σπαγε σε χίλια δυο κομματάκια- τα μάτια της ήταν πεντακάθαρα, γυάλινα. Αν και ο αέρας φυσούσε μανιωδώς μαστιγώνοντας αλύπητα τα πρόσωπά μας, μπόρεσα να ακούσω τα λόγια της πριν χαθούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
“Μη με φοβάσαι, αντέχω. Γιατί μόνο αν μου γκρεμίσουν τον κόσμο, ίσως τότε να μπω στον κόπο να τον ξαναφτιάξω απ'την αρχή”

Τον ήξερα καλα αυτόν τον περίφημο, νεόκτιστο κόσμο της. Ήταν λες κι έβλεπε τα πάντα μέσα από ένα τεράστιο μεγενθυτικό φακό, λες και ήθελε να ρουφήξει λαίμαργα τη ζωή μέσα από ένα στριφογυριστό καλαμάκι, λες και οι μέρες δεν θα της έφταναν ποτέ για να γελάσει δυνατά, να ονειρευτεί με τα μάτια ανοιχτά, για να τραγουδήσει στους δρόμους, να χορέψει σαν να μην κοιτάει κανείς, να ζωγραφίσει με πολύχρωμα πινέλα τη δική της πραγματικότητα. Θυμάμαι τις φορές που επέστρεφα σπίτι απερίγραπτα εξουθενωμένη, με ακατάστατα μαλλιά και πόδια που δεν θα άντεχαν δευτερόλεπτο παραπάνω να με κρατήσουν όρθια, ένα κουρασμένο αιώνιο χαμόγελο και μια μόνιμη ζάλη στο κεφάλι -πίναμε δεν πίναμε.
Καθόμασταν με τις ώρες στα βραχάκια και ατενίζαμε τον ουρανό και τα φώτα. Ακτινοβολούσε ευτυχία κι ας παραπονιόταν πάντα για να αόρατα αστέρια στον αρρωστημένο ουρανό της μουντής πόλης. Φλυαρούσε ακατάπαυστα για μουσική, ταινίες, βιβλία, ζωγραφική, οτιδήποτε έβρισκε ενδιαφέρον κατά καιρούς ή και ταυτόχρονα, και με συνέπαιρνε η ασίγαστη επιθυμία της να μαθαίνει τα πάντα. Εκεί ταιριάζαμε, αλλά υπήρξα μια μέση, ήρεμη κατάσταση, ενώ αυτή πάντα λευκό ή μαύρο. Της μιλούσα για τη ζωή μου, τους έρωτές μου, τα όνειρά μου, και λάτρευα να τη βλέπω να παίρνει το χαρακτηριστικό της βλέμμα του εμπειρογώμονα, να μου απαντάει λες κι έχει ζήσει χίλιες δυο ζωές παραπάνω- κάτι που δεν εξακρίβωσα ποτέ γιατί δεν μπήκα στον κόπο να μετρήσω τους κόσμους της στα βιβλία και τις ταινίες της- και μετά να γελάει δυνατά λέγοντάς μου ότι κανείς δε χάνει το δρόμο του αν ξέρει να διαβάζει τα αστέρια. Κι ήταν σίγουρη πως μπορούσα.

“Ξέρεις κάτι? Κάπου υπάρχει και το δικό μου παραμύθι και θα πάω να το βρω!”
Η εικόνα της να πετάγεται όρθια με έναν απερίγραπτο ενθουσιασμό στα φωτεινά της μάτια και να το φωνάζει με όλη της τη δύναμη με στοιχειώνει μέχρι σήμερα τις μέρες που νιώθω ότι θέλω να τα παρατήσω όλα, να τρέξω να κρυφτώ κάπου και να αφήσω τη ζωή μου έρμαιο στη θυελλώδη μοίρα της. Μου δίνει δύναμη, με σπρώχνει να ψηλαφήσω, ν' ανοίξω τα μάτια μου κ να προχωρήσω μπροστά, να πάρω το αύριο στα χέρια μου. 

Δε σκεφτόταν ποτέ ανοιχτά και ουδέποτε κατάλαβα τι προκαλούσε αυτές τις αλεπάλληλες συναισθηματικές της μεταπτώσεις. Στις παρέες φαινόταν πρόσχαρη και διαχυτική. Για το δεύτερο είχα πειστεί ότι είτε ήταν απλά φιλική σε παρεξηγήσιμο βαθμό, είτε οι άλλοι το έβλεπαν έτσι. Όσον αφορά το χαμόγελό της, μετά από αρκετό καιρό κατόρθωσα να αναγνωρίζω πότε βίαζε τα χείλη της να το σχηματίσουν και πότε απλά το ακτινοβολούσε. Μπορεί να υποστήριζε ότι όλα είναι μέσα στο παιχνίδι, ότι όλα γίνονται για καλό, ότι σε κάποια άλλη ζωή θα δικαιωνόταν και αυτό της αρκούσε, αλλά εγώ ήξερα ότι υπήρχαν πράγματα απ' τα οποία δεν μπορούσε να ξεφύγει κι ας μην το παραδέχτηκε ποτέ. Καταστάσεις, εικόνες, πράξεις, άτομα περνούσαν, και πλέον το γώριζα απ' το ανεπαίσθητο σκίσιμο στα μάτια της ή το απαλό της βλέμμα ποιον μισούσε και με ποιον ήταν ερωτευμένη, αλλά δεν της το είπα ποτέ. Γιατί με όλους φαινόταν άσπρο εξωτερικά,μα εγώ ήξερα το μικρό της μυστικό.



Πέρασε καιρός από τότε, αλλά περπατώντας τυχαία στα παλιά μας λημέρια χαμογέλασα, με κυρίευσε μια ενδόμυχη επιθυμία να μάθω νέα της. Δεν χαθήκαμε ποτέ στα τυπικά, αλλά ήθελα πίσω τη φιλία μας που ξεθώριασε, όλες αυτές τις ατέλειωτες συζητήσεις μας ως το πρωί, τις βόλτες, τα γέλια, τα ξενύχτια, τους φοιτητικούς έρωτές μας. Ήθελα να τη ρωτήσω αν βρήκε τελικά αυτό το περηβόητο παραμύθι της, αν διασκεδάζει μέχρι να λιώσει, αν ακόμα κλείνεται περιστασιακά στον εαυτό της, αν τα μάτια της λάμπουν ακόμα στη θέα εκείνου του νεαρού.
Θυμάμαι εκείνο το πρωινό στο σπίτι μου που τη νόμισα εξαφανισμένη γιατί κοιμήθηκε κατάχαμα στο μπαλκόνι για να βλέπει τον ουρανό. Μου είχε υποσχεθεί ότι δε θα την έχανα ποτέ. Γιατί τους καλούς φίλους τους βλέπεις θες δε θες παντού στη ζωή σου,τη σημαδεύουν απ' άκρη σ' άκρη. 
Κι αν ζει ακόμα στις αναμνήσεις μου, στα ενδιαφέροντά μας, στις εμπειρίες μας, στον τρόπο που βλέπω τον κόσμο και τα καθημερινά μικροσκοπικά του θαύματα, δεν έφυγε ποτέ.



για τη φίλη μου

2 Αυγ 2011

Oh my life is changing everyday, in every possible way -Dreams by The Cranberries


Και κάπως έτσι ξεκινάνε τα όνειρα. Ένα αυγουστιάτικο πρωινό που ο ήλιος σε αναγκάζει να κλείσεις τα μάτια μπροστά στο απέραντο φως, ή ένα απόγευμα με αέρα και βροχή, πολλή βροχή, που νιώθεις ότι θα παρασυρθείς και άξαφνα θα βρεθείς κάπου μακριά, σε μια μεγενθυμένη, έγχρωμη πραγματικότητα. Την οποία τα κλειστά σου μάτια αρχίζουν με μανιώδη ταχύτητα να δημιουργούν, με πολυχρωμες γραμμές και πολλές δόσεις ανυπόμονης ευτυχίας.
Ξαφνικά μισείς τον καιρό που πάντα ξεβάφει τα χρώματα, το ξέρεις, το ξαναείδες. Το μόνο που απομένει είναι μια μουντή ζωγραφιά που καταντά τετριμμένη, ολόιδια με ό,τι έχεις ήδη αντικρύσει.
Λίγο ακόμα θέλεις για να τη σιχαθείς πριν αρχίσει να ξεβάφει, ακόμα κι αν τα σφιχτά σου μάτια και τα σταυρωμένα δάχτυλα κάνουν το ονειρό σου βγει αληθινό. Γιατί ποτέ δεν θα καταλήξει όπως το φαντάστηκες, ούτε κι εσύ.
Γιατί στα όνειρα πάντα ερωτεύεσαι την ιδέα τους και όχι την ουσία, εμμένεις στην ψευδαίσθηση, και όσο κρατάει η γυαλιστερή χρυσόσκονη και η σπίθα στο μυαλό σου, τόσο θέλεις να στριγγλίσεις την φινετσάτη ευτυχία σου. Φωνάζεις δυνατά για να σε ακούς να γελάς, αρκεί στην αρχή, μα τα μερόνυχτα περνούν, και τα ονόματα στους τοίχους και τα παγκάκια της πόλης σου ξεθωριάζουν, όπως ξεθωριάζει και ο χρωματιστός σου παράδεισος, και η φωνή σου κλείνει. Πάντα σου λείπει κάτι, και προσπαθείς απεγνωσμένα να πατήσεις ξανά με μολύβι τα σχέδια. Η βροχή, το φως, οι ασήκωτες λέξεις, οι λέξεις που ουδέποτε έγιναν πράξεις, οι όμορφες εικόνες που κύλησαν και σου έφυγαν στο ανοιγόκλεισμα των ματιών σου, σου καίνε υπομονετικά το κορμί, σου αποσαθρώνουν τις σκέψεις, σου αφήνουν γυμνό το λαμπερό σου κατασκεύασμα.
Μα όταν αναζητάς τον παράδεισο, μόνο τότε βρίσκεις την κόλαση. Πάντα ήσουν των άκρων.

Και χρειάζεσαι την αντίθεση για να αντιληφθείς τη διαφορά. Χρειάζεσαι το μαύρο για να ξεχωρίσεις το άσπρο, το φως απ' το σκοτάδι, το σωστό απ' το λάθος, το όνειρο απ' την πραγματικότητα. Και η πτώση είναι επώδυνη από πιο ψηλά, αλλά τα δευτερόλεπτα που πετάς περισσότερα. Και φυσικά και μετράνε, γιατί η ζωή είναι μικροσκοπική.

Τα όνειρα είναι για τα παιδιά και τους τρελούς, τους ονειροπόλους λένε. Μα τα όνειρα είναι για όλους, για μένα και για σένα, αν τολμάς.
Μεγαλώνουν μέσα σου γιατί δεν έχουν υπόσταση, παρασιτούν σε κάθε ξέφρενο γέλιο και καρδιοχτύπι, σου γίνονται απαραίτητα, εθιστικά, ατέλειωτα. Και είναι τσάμπα αλλά τόσο ακριβά, μπορούν να σου δώσουν ή να σου πάρουν τα πάντα.
Μα τα όνειρα αξίζει να τα ζεις ακόμα αν σακατευτούν στην πορεία, γιατί είναι αυτά που σου δίνουν πνοή, νόημα. Το να ζωγραφίζεις μετράει περισσότερο από το να κρεμάσεις το αριστούργημα στον τοίχο, ακόμα κι αν είναι αψεγάδιαστο.
Τα όνειρα είναι το χρώμα στην ασπρόμαυρη ρουτίνα της πραγματικότητας, μια απρόσμενη μελωδία που σπάει τη σιωπή το βράδυ. Τα όνειρά σου σε χαρακτηρίζουν, σε κάνουν να νιώθεις μια στάλα παραπάνω άνθρωπος. * Θα ονειρευτώ γιατί το δικαιούμαι, θα ονειρεύομαι κάθε δευτερόλεπτο που αναπνέω*
Εξάλλου ξέρεις τα όρια, πού αρχίζουν και πού τελειώνουν οι ζωγραφιές σου.
Ναι, δεν είσαι από τους ανθρώπους που λένε εύκολα αντίο, αλλά απ'αυτούς που όταν το πουν, δεν υπάρχει πισογύρισμα, καμία δακρύβρεχτη επιστροφή. Γιατί το δεύτερο χέρι σε μούσκεμα από δάκρυα σελίδα κάνει μουντζούρες. Μόνο καταστρέφει ό,τι απέμεινε, δεν επαναφέρει το παρελθόν.
Κι αν θελήσουν να σου γκρεμίσουν τον πολύχρωμο κόσμο, είσαι απ' αυτούς που δε θα το βάλουν κάτω, θα τσαλαπατήσουν το σκισμένο χαρτί και θα αρπάξουν άλλο.
Απ' αυτούς που λατρεύουν να παρατηρούν και να γατζώνονται από τα ξεχωριστά και μεγάλα χαμόγελα των περαστικών , γιατί τους δίνουν ελπίδα.
Που θα βγουν πάλι έξω, θα κλείσουν τα μάτια, θα ρίξουν λευκή μπογιά και θα ξαναονειρευτούν απ'την αρχή.
Και τώρα συγγνώμη, αλλά πρέπει να φύγω.

17 Μαΐ 2011

"...is the relative or total lack of audible sound"


Τις φοβάμαι τις λέξεις. Αυτή η αέρινη, η ασαφής μα τόσο απαράμιλλα έντονη δυναμή τους με κάνει να ανατριχιάζω. Τρομάζω που καταφέρνουν να δημιουργούν και να καταστρέφουν με ασύλληπτη άνεση τον κόσμο μου, με μεγαλύτερη ταχύτητα απ' ότι το μυαλό μου. Ίσως γιατί πάντα προτρέχουν, βιάζονται. Γιατί οι λέξεις εύκολα φεύγουν, πετούν και απομακρύνονται σαν πούπουλα ένα φθινοπωρινό μουντό απόγευμα με αέρα, πολύ αέρα, και δεν έχω ιδέα πώς να τις μαζέψω. Δεν πρόλαβα, δεν πρόλαβαν, δεν προλαβαίνω. Με την ίδια ευκολία που κολλούν, γραπώνονται σε κάθε ίντσα του μπερδεμένου σου μυαλού. Παρασιτούν στη σκέψη, γεννιούνται μα δεν πεθαίνουν ποτέ. Οι λέξεις σε χτυπούν όπως το κύμα τα βράχια σε μια θαλασσοταραχή, σε διαβρώνουν όχι με τη στιγμιαία δύναμή τους, αλλά με την πεισματική άρνησή τους να φύγουν, γιατί γεννούν εικόνες, σκέψεις, μια ολόκληρη πραγματικότητα, πολλαπλασιάζονται. Οι λέξεις προσποιούνται, παραπλανούν, προδίδουν. Άλλοτε υποβαθμίζουν συναισθήματα απερίγραπτα, και άλλοτε υποκρίνονται, μεταμορφώνονται σε μεγάλα, όμορφα ψέμματα. Τις μισώ γιατί ποτέ δεν τις κατάλαβα, και γιατί δε με βοήθησαν να τις καταλάβω.

Μα πιο πολύ φοβάμαι τη σιωπή. Γιατί η σιωπή δε μιλάει πρώτα στο μυαλό. Η σιωπή απομακρύνει, η σιωπή πονάει, η σιωπή αδιαφορεί. Σε κλείνει σε τέσσερις τοίχους, σε κρίνει περισσότερο από μια ντουζίνα λέξεις τοποθετημένες με θυμό η μία πίσω από την άλλη. Η σιωπή δεν έχει συναίσθημα, είναι μια απλή, κενή, τετριμμένη αδιαφορία, ή έχει τόσο που δεν μπαίνει σε καλούπι, που δε μπορεί να χωρέσει στο μυαλό, στον κόσμο ολόκληρο, δε μπορεί να ξεστομιστεί. Και λέξεις δεν ταιριάζουν ούτε με την απάθεια ούτε με το αναφιλητό. Η σιωπή ξέρει, δε ζητάει ούτε επιβεβαίωση, ούτε αντιπαράθεση και όταν στερέψουν, εξατμιστούν οι λέξεις, τα πώς και τα γιατί, τότε έρχεται. Είναι ο ισχυρότερος οιωνός του τέλους, σχεδόν αλάνθαστος. Η σιωπή ισοπεδώνει, αφήνει κενό, είτε βλέπω ουρανό είτε υπόγειο. Η σιωπή μού κάνει τη μέρα νύχτα, κάνει τους φίλους μου απρόσωπες φιγούρες, κάνει τα μάτια μου να βλέπουν ασπρόμαυρα. Γιατί η σιωπή είναι ομοιόμορφη, μια ατέλειωτη γραμμή, είναι η ειλικρινέστερη παραίτηση.

Και όλα αυτά είναι λέξεις. Τις λέξεις τις εμπιστεύομαι τελικά. Στο μυαλό μου, στο στόμα μου, σκέψεις, λόγια, μέσα μου ή έξω μου αναγκάζω επίμονα τον ειρμό να συνεχίζει. Και τώρα θέλω σε μια απέλπιδα απόπειρα σωτηρίας, να δυναμώσω τη μουσική στα αυτιά μου στο τέρμα και να τραγουδήσω με σφιχτά, κλειστά μάτια, να ακούω μια φωνή. Γιατί δεν τους έμαθα ποτέ τους ανθρώπους, και τη σιωπή τους ακόμα τη φοβάμαι.



9 Μαΐ 2011

"Everyone is a moon, and has its light and dark side"


Άγγελοι, δαίμονες, θεοί, γιν και γιανκ, αντιδράσεις, διαμάχες, αλήθεια, ψέμα.
Η αναζήτηση, το μυστήριο, ο διαχωρισμός, η λύτρωση.
Συγκεχυμένες στο μυαλό του ανθρώπου, οι έννοιες που απασχόλησαν περισσότερο την ύπαρξή του μετατράπηκαν στο αιώνια αμφιλεγόμενο ερώτημα στο οποίο ανάγεται όλη η ζωή, η ιδεολογία και οι αποφάσεις του.
Τελικά τι είναι καλό και τι κακό?
Μάλιστα, το ερώτημα γίνεται ακόμα συναρπαστικότερο όταν βγαίνει από το ασφαλές περιτύλιγμα του απρόσωπου και απευθύνεται προς τον ίδιο σου τον εαυτό, τι δείχνεις, τι είσαι. Δύσκολα θα μπορούσες να πεις ότι ο καθένας μας -λιγότερο ή περισσότερο, είτε ενσυνείδητα είτε υποσυνείδητα- δεν κρύβει έναν ελαφρώς διαφοροποιημένο, πιο “σκοτεινό” χαρακτήρα.

Θέλοντας και μη, ζούμε σε μια εποχή όπου καθημερινά πολιορκούμαστε από τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, διαδίκτυο, με πληροφορίες οι οποίες τριβελίζουν στα αυτιά μας ότι πρέπει να φαινόμαστε, να “είμαστε” τέλειοι. Ότι αυτό είναι το μοναδικό εγγυημένο μυστικό της επιτυχίας για ισορροπημένη κοινωνική, προσωπική και επαγγελματική ζωή. Ο χαρακτήρας μας διαμορφώνεται πολύ γρηγορότερα απ' ότι θέλουμε να πιστέψουμε, και είναι φυσικό ο καθένας στη ζωή του έχει συγκεκριμένα πρότυπα -σωστά ή λάθος κατά την περιστασιακή κρίση του- είτε αυτά αποτελούν αξίες και ιδανικά, είτε μουσική, είτε ενδυματολογικό στιλ, κοινωνικές συναναστροφές, τρόπους διασκέδασης κλπ ανάλογα με τα ερεθίσματα από το περιβάλλον και την εκάστοτε ερμηνία τους. Πολλές λοιπόν φορές το αποτέλεσμα της σφυρηλάτησης του εαυτού μας δεν μας είναι ικανοποιητικό – ή καλύτερα, δε συμβαδίζει με το πρότυπο “τελειότητα” που έχει δημιουργηθεί στο μυαλό μας. Και τότε είναι που παίρνουμε τη μεγάλη απόφαση.

Χρησιμοποιώντας λίγο ή πολύ μερικές πινελιές από το παρελθόν, ο καθένας ξεκινάει να χτίζει αυτό τον υπέροχο, ακαταμάχητο εαυτό πάνω στον παλιό κυκλοθυμικό, παρορμητικό, “κακό”, αγνοώντας τα επιτάγματα του μυαλού και των συναισθημάτων του. Έχει επιτύχει ένα στόχο ζωής, έχει βρει ένα νόημα στην πορεία του. Τι γίνεται όμως όταν τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν το θαμμένο δαιμόνιο επαληθεύονται όλο και συχνότερα, τόσο που να απειλούν με κατάρρευση όχι μόνο το καινούριο του κατασκεύασμα αλλά και την ψυχική του ισορροπία?

Φανερά, το γεγονός της συνειδητοποίησης μιας τέτοιας κατάστασης είναι από μόνο του μια συνταρακτική και ιδιαίτερα συναισθηματικά φορτισμένη εμπειρία, ιδιαίτερα μετά από μια αδιάκοπη καταπίεση εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου- ναι, για ατόφια καταπίεση πρόκειται. Η δύναμη της συνήθειας είναι ανίκητη, και με το πέρασμα του χρόνου ακόμα κι αν στην αρχή αυτή η αλλαγή άρχισε ως ένα συγκαλυμμένο ψέμα, γρήγορα γίνεται μια προσωπική, αληθινή πραγματικότητα, την οποία δε θέλουμε να αποχωριστούμε όχι μόνο γιατί δεν έχουμε πλέον κανένα κοινό σημείο αναφοράς με το παρελθόν μας, αλλά κυρίως γιατί φοβόμαστε αυτό που θα βγει στην επιφάνεια αν αρχίσουμε να το σκαλίζουμε. Ούτως ή άλλως, ο μεγαλύτερος εχθρός μας τελικά δεν είναι εξωγενής ούτε κάποιο τέρας στο επόμενο στενό, αλλά ο ίδιος μας ο εαυτός. Είναι αυτός που όχι μόνο ξέρει την αλήθεια, αλλά μπορεί με το φρικιαστικότερο τρόπο να προσωποποιεί τους φόβους, τις ανασφάλειες, τις αμφιβολίες μας. Προσπαθώντας μια ζωή να κρυφτούμε από το δίκαιο βλέμμα του, μάταια χρεώνουμε σε τρίτους τις λανθασμένες επιλογές μας, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η πραγματικότητα είναι χαραγμένη ανεξίτηλα κάπου ανάμεσα στο νου και την καρδιά. Και τώρα καλούμαστε να πράξουμε αυτό που αναβάλλαμε επίμονα και με κάθε πιθανό μέσο, να την αντιμετωπίσουμε πρόσωπο με πρόσωπο. Αναμενόμενο.

Βέβαια, αυτό το αναγκαστικό πισογύρισμα δεν είναι πάντοτε αρνητικό. Προσωπικά τουλάχιστον, το θεωρώ μάλλον απαραίτητο. Αν εκληφθεί ως ένα έναυσμα για την αρχή μιας καινούριας και συνειδητοποιημένης προσπάθειας για αναγώριση του εαυτού μας -με τα καλά του και τα κακά του αυτή τη φορά-, ίσως θα πρέπει να είμαστε ευτυχείς που μας τράβηξαν κάτω από το συννεφάκι μας. Όχι, δε μπορούμε μια ζωή να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, προσποιούμενοι, αφήνοντας το υπέροχο δημιούργημα της φαντασίας μας να αλωνίζει στις σκέψεις κ να καθορίζει τις αποφάσεις και τις επιλογές μας. Ο άνθρωπος παλεύει από τα βάθη της ιστορίας για να αποκτήσει την ελευθερία του και το δικαίωμα της αποδοχής της διαφορετικότητας, και η οικειοθελής υποδούλωση του εαυτού μας αποτελεί κάτι περισσότερο απο ιεροσυλία. Ήρθε λοιπόν η σειρά μας να παλέψουμε, να αγαπήσουμε τα μειονεκτήματά μας εξίσου με τα πλεονεκτήματά μας, να τα κάνουμε συμμάχους. Ο κακός μας εαυτός είναι αυτός που μας υπενθυμίζει τις ατέλειες που είναι απολύτως φυσικό να έχουμε, και μας βοηθά να φερόμαστε ειλικρινέστερα, όσο οξύμορο κι αν ακούγεται. -Αν πάλι αυτή η όπισθεν δεν οδηγεί πουθενά, καλύτερα να προσπαθήσουμε να τον νικήσουμε, μα όχι με αθέμιτα μέσα, κρατώντας τον απ' το λαιμό για να μην μπορεί να αναπνεύσει, αλλά συνειδητοποιημένα, με σύνεση και διάθεση ουσιαστικής βελτίωσης. Χιλιοειπωμένο, αλλά μόνο τότε η νίκη θα μας χαρίσει την πρέπουσα ικανοποίηση.

Εν τέλει, στο χέρι μας είναι όταν σκοντάφτουμε σε λάθη, να τα αναγνωρίζουμε και να βελτιωνόμαστε απ' αυτά, αντί να τρομοκρατούμαστε ή να τα μπαζώνουμε με όμορφα ψέμματα. Αξίζει να παλεύουμε, να παραπατάμε, να ξαναβρίσκουμε ισορροπία, να νικάμε, να χάνουμε, να ζούμε.
Life is a ticket to the gratest show on earth
And it's all ours. Enjoy